Βράδυ Σαββάτου στη βεράντα. Μέσα μέχρι τις εννιά, στο γραφείο, διάφορα… αδιάφορα. Βγαίνω στη βεράντα με ένα ουισκάκι, ελάχιστη δόση, η μισή του μπαρ, να λαμπικάρει το μυαλό που λέμε, γυμνός από τη μέση και πάνω· βαστάει ακόμα το καλοκαίρι, κάνει και ζέστη. Κάθομαι στο σκοτάδι. Στο βάθος φωτισμένη η Ακρόπολη. Αριστερά, πάνω από τις κεραίες στις ταράτσες, μισό φεγγάρι. Δεν έχω ανάψει φως, επίτηδες.
Ηρεμώ· ή προσπαθώ να ηρεμήσω και να συγκεντρωθώ σε κάποια θέματα που με απασχολούν· και ποιον δεν απασχολούν «κάποια θέματα». Το… θέμα είναι ποια από αυτά και πώς τα λύνεις. Γιατί το πιο συνηθισμένο είναι τα πολλά να μένουν άλυτα. Δεν κάνει εξισώσεις η ζωή. Η ισοπαλία και η ισοφάριση είναι στα παιχνίδια, στις απομιμήσεις, στις εικονικότητες· το virtual όπως λέμε τώρα.
Τότε ακούω μια βαριά φωνή, θυμωμένη, αντρική από τον δρόμο· σχεδόν δίπλα μου: «Με τον εαυτό μου τα έχω!». Και προτού αρθρώσω στη σκέψη μου την «απάντησή» (μου): «Εγώ να δεις!», ακούω από το βάθος, από μπαλκόνι ή από ανοιχτό παράθυρο διαμερίσματος, γυναικεία φωνή: «Εγώ να δεις!». Μετά άκουσα μαρσάρισμα μοτοσικλέτας και το ρολάρισμά της στον δρόμο του σπιτιού, που είναι μονοδρομημένη κάθοδος.
Δεν ξέρω αν συνδυάζονται και τα τρία μέρη (δύο φωνές και ο ήχος μοτοσικλέτας) του ακουστικού μονόπρακτου: φωνές και ήχος. Στο μυαλό μου πάντως τα έβαλα να συνδυάζονται: Να τσακωθήκανε στο σπίτι ο άντρας με τη γυναίκα. Να έφυγε ο άντρας οργισμένος βροντώντας την πόρτα πίσω του «για να μην τη σκοτώσει!» (σπάνια, σχεδόν ποτέ, σε αυτές τις περιπτώσεις, γυναίκα βροντάει την πόρτα πίσω της! Είναι και αυτό από τα ηλίθια πλεονεκτήματα εξουσίας του άντρα). Και να καβάλησε τη μοτοσικλέτα. Μαρσάρισμα. Αυλαία.
