Εγραφα προχθές, για να πιάσω συνέχεια, πως «από το πλαστικό ποτηράκι του καφέ που το πέταξε στο δρόμο από παράθυρο αυτοκινήτου ανθρώπινο χέρι, μέχρι τις πυρκαγιές, που δεν οφείλονται σε φυσικά αίτια και είναι αυτό που λέμε “ανθρωπογενείς”, η απόσταση είναι ελάχιστη· ένα βήμα, ένα δευτερόλεπτο».
Ποτέ δεν κατάλαβα, ούτε πρόκειται ποτέ να καταλάβω, ποια μυστηριώδης δύναμη ωθεί χέρι ανθρώπου να βρωμίσει τη φύση από το παράθυρο αυτοκινήτου εν κινήσει, αντί να περιμένει ελάχιστο χρόνο μέχρι τον κάδο του πρώτου χωριού.
Το μόνο που μπορώ να διακρίνω, είναι ότι, επειδή τα βουνά μας είναι όμορφα και το τοπίο τους, σε κάθε στροφή του δρόμου, αλλάζει θεαματικά, δεν αντέχει ο θεατής αυτό το θαύμα, θεριακλώνεται με τη φραπεδιά που τη ρουφάει ηδυπαθώς και σ’ αυτή την έξαρση του συναισθήματος, ασυναίσθητα (όπως λέμε… αναισθήτως) πετάει το άδειο πλαστικό ποτηράκι, με το πώμα και το καλαμάκι προυφάν· συντομογραφία του «π(ου) ρουφάν(ε)».
Ενα τέτοιο σετάκι εκπαραθύρωσης μ’ έβαλε στα αίματα κατηφορίζοντας ένα πρωινό από τα ορεινά του Νοτίου Πηλίου στον Παγασητικό. Καθώς το είδα, «φρέσκο», με υπόλειμμα καφέ, στην άκρη του δρόμου, ο νους μου έτρεξε στους παππούδες του Πηλίου, τους Κένταυρους, που ήταν μισοί άνθρωποι, μισοί άλογο, ήταν σοφοί και δίδασκαν τους «ολόκληρους» ανθρώπους πώς να είναι λιτοί, να μην είναι αλαζόνες και άπληστοι και να αγαπούν και να φροντίζουν τη φύση που είναι το μεγάλο τους σπίτι.
Οι σημερινοί Αυτάνθρωποι (μισοί άνθρωποι, μισοί αυτοκίνητο) έχουν τη διαστροφή να πιστεύουν πως όσο κι αν λερώνουν τη φύση, αν το αυτοκίνητό τους είναι «καθαρό»… κομμάτια να γίνει. Τα θρύψαλα άλλοι θα τα πληρώσουν. Στο μέλλον. Προς το παρόν πέφτουν και τα ομολογιακά, διαβάζω…
