Ο Π. έκλαψε τον παιδικό του φίλο, όπως έκλαψε και τους άλλους γείτονες και συμπολίτες του που χάθηκαν στη μεγάλη φωτιά, με την ίδια αξιοπρέπεια, την ίδια καρτερία, την ίδια συγκρατημένη πίκρα. Ωστόσο -γιατί να το αρνηθεί τώρα;- ο πόνος του για τον χαμό του Λ., που από παιδιά μεγάλωσαν μαζί, με τα πατρικά τους δίπλα δίπλα, είναι αβάσταχτος. Σηκώνεται, πάει πρωί πρωί στα σπίτια τους που δεν κάηκαν.
Δεν ξέρει αν αυτό τελικά είναι καλό ή ανακουφιστικό κοιτώντας γύρω του τους έρημους δρόμους με τα αποκαΐδια. Τώρα μπορεί να θυμηθεί με κάθε λεπτομέρεια πως εκείνο το πρωί της καταραμένης μέρας ήταν ένα λαμπρό πρωινό και κανένα σημάδι μιας επαπειλούμενης καταστροφής δεν είχε φανεί. Ούτε καν δυνατός αέρας.
Αντιθέτως φύσαγε ένα ελαφρύ αεράκι που τους δρόσιζε κι ο ήλιος ολόχρυσος σου σφύριζε πως θα είναι άλλη μια ευχάριστη καλοκαιρινή μέρα. Ο Π. είχε φτιάξει καφέδες και κάτω από το μεγάλο δέντρο της αυλής περίμενε όπως πάντα εννιά το πρωί να έρθει ο Λ. για την καθιερωμένη παρτίδα τάβλι. Ετσι κι έγινε. Χώρισαν μόνο την ώρα που πήραν κι οι δυο εντολές για δουλειές και ψώνια από τις γυναίκες τους.
Κι από τότε δεν ξαναβρέθηκαν. «Αύριο είναι η σειρά μου, θα σε κερδίσω» είχε πει ο Λ. κι έτρεξε γρήγορα στη γυναίκα του. Ο Π. τώρα περπατάει και μονολογεί, κανείς δεν είναι εκεί τέτοια ώρα να τον ακούσει, μήτε συνεργείο αποκατάστασης των ζημιών, μήτε πουλί πετούμενο. «Είχες δίκιο, βρε άτιμε! Είχες δίκιο, έχασα! Σ’ έχασα για πάντα…», λέει και ξαναλέει και δεν μπορεί να το πιστέψει.
