Τα βράδια στην πλατεία του χωριού, κάτω από τον μεγάλο πλάτανο, τα τραπεζάκια του καφενείου είναι γεμάτα. Οι φωνές είναι πολλές. Λίγα αγγλικά, λίγα γαλλικά, πολλά γερμανικά, ακούγονται ανάμεσα στα ελληνικά. Δεν είναι τουρίστες. Είναι οι άνθρωποι που επιστρέφουν στον τόπο τους για διακοπές. Τα παιδιά και τα εγγόνια τους. Τη μέρα άφαντοι, σκορπισμένοι στις κοντινές παραλίες. Τα βράδια «επαναπατρίζονται», αναμειγνύονται με όσους έμειναν.
Για τους νεότερους είναι ένα ιερό καθήκον αυτό το ταξίδι. Το συζητούν όλο τον χειμώνα. Ο «παράδεισος» φαίνεται καλύτερος όταν δεν ζεις εκεί. Παράδεισος στην κυριολεξία σημαίνει περιφραγμένος λειμώνας ή τόπος αναψυχής και διασκέδασης, που είναι κατάφυτος και γεμάτος με άγρια ή ελεύθερα ζώα. Κάπως έτσι τους φαίνεται τούτο το χωριό και οι άνθρωποι που το κατοικούν έχουν στα μάτια τους την ομορφιά των ελεύθερων άγριων ζώων.
Των όντων που δεν κατέβηκαν στις μεγάλες πόλεις, δεν μπήκαν στα στενά όρια μιας διαβίωσης που απαιτεί από σένα να έχεις πολλά στάνταρ για να επιβιώσεις. Τι συζητούν λοιπόν αυτές οι παρέες των ξενιτεμένων;
Συνήθως το πόσο πολύ θέλουν να χτίσουν ένα σπίτι στον τόπο τους ή πώς θα επισκευάσουν το πατρογονικό τους. Ενα σπίτι στον παράδεισό τους. Κάτι στέρεο και υπαρκτό που θα θυμίζει στα παιδιά τους πως από αυτόν τον τόπο που πατούν ξεκίνησαν όλα.
Κάποιοι μπορούν, κάποιοι άλλοι όχι, μόνο το ονειρεύονται τις δύσκολες μέρες του χειμώνα: «Τώρα θα πιάσω σπίτι στον παράδεισο, τζάμπα οικόπεδο σε παραλία, του έρωτα θα βάλω το πουκάμισο, και θα νικήσω δίχως πανοπλία, τώρα θα δεις μες της ψυχής τα υπόγεια, τραπέζι με ψωμί, νερό και αλάτι, τώρα που δεν υπάρχουνε διόδια, που πέφτει σαν ζεστή βροχή η αγάπη…»
