Το γκράφιτι δέσποζε στις λαμαρίνες της αποθήκης. Εκείνη την εποχή η Ζ ήταν δεκαεννιά χρόνων, αλλά η οργή της είχε παραμείνει ανέπαφη. Σε πλήρη απαρτία η άρχουσα τάξη είχε συμμετάσχει στη ληστεία: πολιτικοί, τραπεζίτες, μεγαλοκτηματίες, ΔΝΤ, οικονομολόγοι, συνδικάτα.
Η νεοφιλελεύθερη πολιτική του Κ. Μ. είχε εγκλωβίσει τη χώρα σ’ έναν θανατηφόρο μηχανισμό, μια ωρολογιακή βόμβα: αύξηση χρέους, μείωση δημοσίων δαπανών, ευέλικτο ωράριο εργασίας, απολύσεις, ύφεση, μαζική ανεργία, μέχρι μπλοκάρισμα τραπεζικών καταθέσεων και περιορισμός εβδομαδιαίων αναλήψεων. Το χρήμα έκανε φτερά, οι τράπεζες έκλειναν η μία μετά την άλλη.
Διαφθορά, σκάνδαλα, πελατειακές σχέσεις, ιδιωτικοποιήσεις, «διαρθρωτικές προσαρμογές», ανάθεση κεφαλαίων σε τρίτους, ο ίδιος ο πρωθυπουργός, οι διάδοχοί του υπό τις διαταγές των αγορών, και, μετά, η οικονομική κατάρρευση αποτελείωσαν το έργο καταστροφής του κοινωνικού ιστού που είχε ξεκινήσει με την «Εθνική Διαδικασία Αναδιοργάνωσης» της χούντας.
Η κρίση μετατράπηκε σε πτώχευση. Η χώρα, της οποίας το ΑΕΠ μετά τον πόλεμο ήταν ίσο με της Αγγλίας, είδε την πλειονότητα του πληθυσμού της να πέφτει στο όριο της φτώχειας και το ένα τρίτο να βυθίζεται κάτω από αυτό. Απόλυτη εξαθλίωση…
Τι έγραφε το γκράφιτι στις λαμαρίνες της αποθήκης; «Οι πουτάνες στην εξουσία! (οι γιοι τους την έχουν ήδη)».
Δεν πρόσθεσα ούτε ιώτα, που έλεγαν οι παλαιότεροι.
Οσα γράφω παραπάνω, όλα περιέχονται, αυτολεξεί, στο μυθιστόρημα του βραβευμένου Γάλλου συγγραφέα Καρύλ Φερέ «Μαπούτσε» (Αγρα).
Αργεντινή, αρχές του αιώνα. Εκεί τοποθετεί ο συγγραφέας την αφετηρία δράσης της 19χρονης, τότε, ηρωίδας του, εξόριστη και αυτή από την εξαφανισμένη ιθαγενή φυλή της των Μαπούτσε (που τους είπαμε οι πολιτισμένοι Ινδιάνους).
Η αλήθεια, ένα μυθιστόρημα απίστευτο. Τι να κάνουμε; Η καλή λογοτεχνία μπορεί και να πονάει.
