Τον συνάντησα τυχαία, μετά από χρόνια, σ’ ένα παζάρι βιολογικών καλλιεργητών. Ο καλύτερός μου φίλος κάποτε, σαν ξεσκολίζαμε απ’ το δημοτικό· τότε που ακόμα υπήρχανε αλάνες στις συνοικίες των πολιτειών και πρόθυμοι πιτσιρικάδες να τις οργώσουνε με τις μπαλιές και τα ποδήλατά τους. Καινούργιος εγώ τότε στο σχολειό, μια που είχαμε πρόσφατα μετακομίσει στην καινούργια γειτονιά, αρχηγική φυσιογνωμία αυτός, μαγκάκι, με πήρε σαν να λέμε υπό την προστασία του τις πρώτες δύσκολες ημέρες και γινήκαμε κολλητάρια.
Αργότερα, στο γυμνάσιο, έφυγε για άλλα μέρη· τον έβλεπα πια στη χάση και στη φέξη, πάντοτε ταλαιπωρημένο από διάφορα προβλήματα. Να ‘χε θέματα υγείας, να ‘τανε ψυχολογικά, ποτέ δεν έμαθα· άλλωστε, τα δεύτερα είναι συνήθως που προκαλούν τα πρώτα κι απ’ όσο είχα καταλάβει δεν είχε ανέμελη ζωή, από τα παιδικάτα του κιόλας. Τι τα θες, κάθε που τον έβλεπα τον άνθρωπο τον συμπονούσα, φαινότανε από ‘δώ και πέρα ότι βασανίζεται και γυρεύει λύτρωση από τους δαίμονές του. Βασανιζόμουνα κι εγώ που του μίλαγα στο πόδι τις σπάνιες φορές που μας έσμιγε η τύχη, δυο-τρεις κουβέντες ίσα ίσα καταμεσής του δρόμου, και δεν του στάθηκα ποτέ όπως μου στάθηκε κάποτε εκείνος.
Μα να τος τώρα στη μέση του πλήθους, να πηγαίνει πάνω-κάτω γεμάτος σφρίγος και ζωή μ’ ένα μικρό παιδάκι να τον ακολουθά στο πόδι. Ετρεξα και του μίλησα, θα ‘τανε μπορεί και μια δεκαετία από το τελευταίο μας συναπάντημα, χαιρετηθήκαμε και κάτσαμε σ’ ένα καφενεδάκι παραδίπλα να τα πούμε.
«Εφυγα, πήγα στο χωριό», αρχίνισε την εξιστόρηση. «Φυτεύω βιολογικά, μακριά από λιπάσματα και χημικά, και προσπαθώ να παράγω όσο λιγότερα σκουπίδια γίνεται, να μη νιώθω ρυπαρός, ότι μαγαρίζω το χώμα που με θρέφει και τη γη που με γέννησε. Προσπαθώ να ζω με ό,τι βγάζω, πουλάω τα υπόλοιπα, εδώ που βλέπεις φτιάξαμε κι έναν συνεταιρισμό οι βιολογικοί καλλιεργητές και πολεμάμε να ορθοποδήσουμε. Και μην ακούς που λένε πως αν δεν ψεκάσεις δεν θα έχεις και συγκομιδή», συνέχισε, «θέλει αγώνα βέβαια, αλλά γίνεται η δουλειά, αρμονικά και μετρημένα». Μου είπε και για τη γυναίκα του, για το παιδί τους κι άλλα κάμποσα κι απέπνεε υγεία και γαλήνη. Σαν αποχαιρετιστήκαμε, ένιωσα πως ήταν η πρώτη φορά που τον άφηνα καλά.
Να ‘ναι καλά κι η μάνα φύση, που του ανταπέδωσε τον σεβασμό και την αγάπη που της έδειξε και του πήρε μακριά τους δαίμονες που τον κατατρέχανε από μικρό παιδάκι.
