Στον μεγάλο αθηναϊκό μου περίπατο της Κυριακής χθες: Παγκράτι, Ακρόπολη, Φιλοπάππου, Θησείο, Μοναστηράκι, Πλάκα, Ζάππειο… Ξημερώματα, είχα ξεχάσει το γεγονός. Μου το θύμισαν οι σημαίες, οι πλήθος προς πώληση γαλανόλευκες, ανάμικτες με κίτρινες του δικεφάλου της Βασιλεύουσας, στη συμβολή των λεωφόρων δύο βασιλισσών, Ολγας και Αμαλίας. Εκεί όπου το άγαλμα των μαθητικών μας ραντεβού, του Βύρωνα. «Η δόξα στεφανώνει τον Βύρωνα», η επιγραφή.
Ξένος ήταν ο Βύρωνας, κάτι μεταξύ Εγγλέζου και Σκωτσέζου· αιματολογικά μπάσταρδος δηλαδή, όχι καθαρόαιμος. Τον τίμησε όμως η ελληνική πολιτεία ορίζοντάς τον Αρχιστράτηγο της Επανάστασης. Κάτι από μπαστάρδικο είχαν, από τις μεγάλες ιστορικές προσωπικότητες, ενδεικτικά: ο Πούσκιν (προπάππος εξ Αφρικής, κατράμι που λέμε) και ο Τσώρτσιλ (προμάμμη Ινδιάνα, ερυθρόδερμη· είδα την ταινία γι’ αυτόν: «Η πιο σκοτεινή ώρα», μου άρεσε, ιδίως ο ανένδοτος αντιχιτλερισμός του). Καθαρόαιμες επιμιξίες, πολλών γενεών, μόνη ράτσα που παράγουν –λένε οι γενετιστές– είναι οι συφιλιδικοί.
Στα καθ’ ημάς τώρα, επίκαιρα· επίκαιρο είναι κάτι που έρχεται και ξανάρχεται και, παραδόξως, το αντιμετωπίζουμε κάθε φορά, λες και είναι η πρώτη. Στα επίκαιρα τώρα, τα μακεδονικά, οι δύο κορυφαίοι του Μακεδονικού Αγώνα, τότε, παλιά, όταν φτιάχνονταν τα έθνη, ο καπετάν Κώττας και ο καπετάν Γάτσος (που τους τιμά η Πολιτεία των Ελλήνων με αγάλματα και ορθώς), δεν μιλούσαν ελληνικά. Ηταν σλαβόφωνοι. Μιλούσαν δηλαδή γλώσσα (όπως όρισε ο ΟΗΕ, δεκαετία τού ’70, σε ψήφισμα περί επισήμων γλωσσών, που προσυπέγραψε η τότε κυβέρνηση Καραμανλή) μακεδονική. Να ξέρουμε και τι λέμε ·προπαντός, τι μας λένε.
Οσο για τον κεντρικό ομιλητή του συλλαλητηρίου, ένα μόνο, από στίχο του Εγγονόπουλου, στον «Μπολιβάρ»: «Τι ζητούσες στη Λάρισα συ ένας Υδραίος;»…
