Πήγα εν τέλει, μεσημέρι της Πέμπτης, στον Μπάτη. Είχαν στάση εργασίας στα λεωφορεία και στα τρόλεϊ και πήγα με μετρό και τραμ. Κατέβηκα, με το τραμ, στη στάση του Μπάτη· εκεί που κολυμπούσα μέχρι την παραμονή της πετρελαιοκηλίδας, παρέα με σπάρους και μία θαλάσσια χελώνα και δύο χελωνάκια· τα παιδάκια της· υποθέτω.
Περπάτησα, παραλιακά, από τον Μπάτη μέχρι τον Φλοίσβο. Ηπια λεμονάδα στην πλατεία του Φλοίσβου. Είδα και τον Σαρωνικό. Την Πέμπτη. Το μεσημέρι. Είχε ανεβάσει κύμα εκείνη την ημέρα. Κύμα μαύρο. Λένε και λένε, και τι δεν λένε. Εγώ λέω γι’ αυτό που είδα. Την Πέμπτη το μεσημέρι. Που μακάρι να μην το δει άνθρωπος.
Η κατάσταση με την πετρελαιοκηλίδα –μετά τόσες μέρες!– ήταν χειρότερη της πιο μαύρης περιγραφής. Μαύρισε η ψυχή μου. Είδα και τα πλωτά φράγματα. Ομως δεν κατάλαβα τι φράζουν και από τι! Είδα και δυο εργάτες με λευκές φόρμες, που γέμιζαν σακούλες, μαύρες, με μαζούτ, ολόμαυρο. Είδα και δυο τρεις κολυμβητές. Ή πειραγμένοι ήταν ή ιδιαζόντως αυτόχειρες. Ηθελαν να αυτοκτονήσουν, έτσι που να κάνει κρότο: Για δες πώς σκέφτηκε ο άνθρωπος να τερματίσει τη ζωή του: κολύμπι στον μέλανα ζωμό του άλλοτε γαλάζιου Σαρωνικού.
Η εντύπωσή μου από τη θάλασσα: θάλασσα πληγωμένη. Μόνο που το αίμα της θάλασσας δεν είναι κόκκινο, όπως των ανθρώπων, είναι μαύρο. Θυμήθηκα την όμορφη, παλιά ταινία του Δήμου Αβδελιώδη «Το δέντρο που πληγώναμε»· η θάλασσα που πληγώσαμε, που την πλήγωσε η λαθρόβια απληστία κάποιων… πήγα να γράψω «ανθρώπων», αλλά η έννοια άνθρωπος φέρει φορτίο βαρύτιμο που δεν χωράει σε δεξαμενές σαπιοκάραβων με «on» ναυσιπλοΐας…
