«Πίσω απ’ τις γρίλιες είναι το μεγάλο μεσημέρι. Τα σκόρπια σπίτια κάτασπρα, κ’ ένα κόκκινο κάτω απ’ το λόφο. Λίγο πιο πάνω, ξέρουμε, είναι η ασβεστωμένη μάντρα. Από κει κατεβαίνει η δροσιά από τους ευκάλυπτους, κ’ ένα άρωμα από σάπια ροδάκινα σωριασμένα στο δρόμο. Αξαφνα τα τζιτζίκια σώπασαν. Δυο ηλιοκαμένα σώματα στ’ άσπρα σεντόνια. Βγάλε και το δαχτυλίδι σου -μου πιάνει ένα δικό μου χώρο στο μικρό σου δάχτυλο» (Γιάννης Ρίτσος, Κέδρος).
Συμβαίνει με το καλοκαίρι, έρχεται συχνά σαν ανέμελη εφηβεία. Ξυπόλητο στην άμμο με μια φέτα καρπούζι στο χέρι. Με αρμύρα στο κορμί και ήσυχα ηλιοβασιλέματα. Βουτιές από την προβλήτα, αχινοί στα βράχια. Συναυλίες τζιτζικιών και ικαριώτικοι χοροί στα πανηγύρια. Ατέλειωτα μεσημέρια, παύση του χρόνου. «Εδώ θα μείνω», λες, «για τώρα και για πάντα».
Φτάνει το μελτέμι όμως και φυσάει μακριά αυτήν σου την απόφαση. Μαζεύει κι άλλες πολλές αποφάσεις και γίνεται άνεμος πάνω στη Χώρα της Αμοργού. Εκεί, μια γυναίκα κρατάει απ’ το χέρι τη μικρή της κόρη να μην την πάρει ο άνεμος των αποφάσεών σου. Βρίσκουν απάγκιο οι επισκέπτες στα στενά.
Ο Φόκνερ στο «Φως τον Αύγουστο» λέει: «…η αγάπη ή η θλίψη είναι ένα χρεόγραφο που το αποκτάς χωρίς σχεδιασμό και που ωριμάζει σαγηνευτικά αυτή την εποχή. Κάποια στιγμή μετά, ανακαλείται για να υποκατασταθεί». Ο Αύγουστος έχει τη δική του συγκινησιακή φόρτιση, ειδικά τα μεσημέρια που οι αναμνήσεις έρχονται και φεύγουν σαν αναπάντεχες φουσκοθαλασσιές.
Κάτω απ’ το αυγουστιάτικο φεγγάρι, τα προβλήματα μοιάζουν λιγότερο επείγοντα. Εκεί έξω, πέρα από το αστρικό σύμπλεγμα του «Τριγώνου του καλοκαιριού», ένα πολύπλοκο σύμπαν συστέλλεται ή διαστέλλεται, ανασαίνει και υπάρχει μαζί σου. Η ζωή παίζει κρυφτό στις σκιές κάτω απ’ τα πλατάνια. Αλλοτε φανερώνεται όμορφη και πολλά υποσχόμενη και άλλοτε μυστηριώδης και αινιγματική, αλλά πάντα ενδιαφέρουσα.
