Στεγνώνουν σιγά σιγά οι βρεγμένες ταράτσες. Οι θόρυβοι όλοι είναι ακόμα πνιγμένοι στην πόλη, που τους απορροφά σαν μουσκεμένο βαμβάκι. Η βραδινή καταιγίδα ξέπλυνε τους δρόμους που είχαν ακόμη τα σημάδια της τελευταίας απεργίας των εργαζομένων στην καθαριότητα. Η βροχή ήρθε ξαφνικά.
Δεν προλάβαμε καν να σχολιάσουμε πως αυτήν τη νύχτα τα απλωμένα ρούχα δεν έπρεπε να μείνουν έξω. Μια δροσερή αθωότητα πλανιέται πάνω από την πρωτεύουσα, ποιος θα το φανταζόταν, σ’ αυτόν τον τόπο που περνάει τόσες δυσκολίες, και καύσωνες.
Το αεράκι που ακολουθεί κάθε βροχή, πέρασε πάνω από τις πολυκατοικίες, μπήκε στα σπίτια, χάιδεψε τους θερμούς τοίχους και το ξημέρωμα όλοι οι κάτοικοι της πόλης έκαναν ακριβώς την ίδια κίνηση, τράβηξαν το μέχρι τότε διπλωμένο σεντόνι πάνω τους.
Τον δροσερό καιρό, μέσα στο βαθύ καλοκαίρι, πρέπει να τον εκμεταλλεύεται κανείς. Η μεγάλη ζέστη θα επιστρέψει. Να κάνει, ας πούμε, εκείνες τις δουλειές που ο καύσωνας ανέβαλε, ή μήπως εμείς ήμασταν αυτοί που τον χρησιμοποιήσαμε ως δικαιολογία; Δεν πειράζει, το καλοκαίρι επιτρέπει κάποιες αναβολές.
Ξεκινώ για κάποιες δουλειές στο κέντρο. Το μεσημέρι με βρίσκει με ψιλόβροχο να περπατώ κοντά στην Πλάκα. Οι ομπρέλες άνοιξαν και πολύχρωμα καβούκια σκέπασαν τους περαστικούς. Οι τουρίστες παραπονιούνται για τον «άσχημο» καιρό.
Τους καταλαβαίνω, δεν έχει σήμερα τον ήλιο που τους τάξαμε. Μα θα ήθελα να τους πω πως όση ανάγκη έχουμε να έρχονται άνθρωποι από ξένους τόπους άλλη τόση ανάγκη έχουμε και τούτη την ποτιστική βροχή στις πόλεις και στις εύφορες πεδιάδες αυτής της χώρας.
Από αύριο ο διάσημος ήλιος μας θα βγει και πάλι. Και η «Βροχή. Ψιχαλιστή ποτιστική δαρτή. Υετός. Ομηρική βροχή» του Μιχ. Γκανά, θα σταματήσει. «Βροχή μου, βροχούλα μουσκεμένη…».
