Πριν από καιρό είχα γράψει πως για λόγους προσωπικούς –μνήμες ανεξίτηλες που δεν παλιώνουν– δεν θα ξαναφτιάξω μαρμελάδα.
Αναγνώστης, θέλοντας να με ενθαρρύνει, καλή του ώρα, μου ευχήθηκε να ανακτήσω τη χαμένη μου διάθεση και να ξαναφτιάξω. Τον πληροφορώ, ανταποδίδοντας, ότι χθες η ευχή του έπιασε τόπο.
Για την ακρίβεια, έπιασε μισή κατσαρόλα και πρέπει τώρα –ο μεγάλος μπελάς της μαρμελάδας– να τη βάλω σε βαζάκια [δουλειά της γυναίκας μου, που φιλοτεχνούσε και καλλιγραφημένες ετικέτες, οι μνήμες που έλεγα…].
Πρωινή βόλτα προχθές με τη Μάντη, τη σκυλίτσα των εγγονών μου, που θα την έχω παρέα μου καμιά δεκαπενταριά μέρες.
Την τρέχω και λίγο, γιατί την έχουν παχύνει. Κεντρικός δρόμος του χωριού, το διασχίζει από τη μιαν άκρη στην άλλη, μισή ώρα πηγαινέλα.
Στην επιστροφή την πήρε το μάτι μου. Την κορομηλιά. Κίτρινα μικρά κορόμηλα, ίσως και αυτοφυή στο Νότιο Πήλιο, που τα λένε, νομίζω, τζάνερα, και τώρα πια, οι νεότεροι, δεν τα έχουν και σε μεγάλη… υπόληψη. Μικρή αυλή εγκαταλειμμένου από πολλά χρόνια σπιτιού.
Αλλά η κορομηλιά, κατάφορτη. Εγερναν τα κλαριά από το βάρος. Λες και κάποιον περίμενε. Ετοιμα να σκάσουν τα κορόμηλα.
Δυο-τρεις μέρες ακόμα και θα γινόντουσαν μαρμελάδα επί κλάδου.
Την άλλη μέρα πέρασα στην πλάτη τον σάκο του μπάνιου και επέστρεψα κατά τρία κιλά βαρύτερος, με το μάτι, καθόσον παλιός μανάβης.
Μόνο από χαμηλά κλαριά! Αναλογία: τρία κιλά υλικό προς ένα κιλό ζάχαρη. Δεν φτιάχνω γλυκές μαρμελάδες.
Δύο βράσεις: μία όσο να πιει το νερό, ξάφρισμα, άλλη μία –τρεις-τέσσερις ώρες μετά– ώσπου να ρευστοποιηθεί, χωρίς να πήξει. Ποίημα!
