«Η ποίηση έχει μελωδία δική της, δεν έχει ανάγκη από άλλη μουσική και ενορχηστρώσεις, δεν έχει ανάγκη από ντύματα», υποστήριζε τις προάλλες γνωστός μου και αξιόλογος συνθέτης, συμφωνικής πλέον μουσικής, ο οποίος έμοιαζε να απολογείται όταν έλεγε πως παλαιότερα κι αυτός «υπέπεσε στο αμάρτημα μελοποίησης ποιημάτων».
Ελεγε κι άλλα, με τον δικό του τρόπο και τις δικές του σημαντικές μουσικές γνώσεις. Αντέδρασα, με έναν στίχο του Ρίτσου, από τον «Επιτάφιο», ομολογώντας ότι δεν θα μπορούσα έτσι εύκολα και αβίαστα να πω στίχο αν μόνο διάβαζα, όσες φορές, τα ποιήματα του σπουδαίου ποιητή. Οπως γίνεται -ή τουλάχιστον πρέπει να γίνεται- στις υγιείς συζητήσεις όπου εμφιλοχωρούν διαχρονικών διαφωνιών θέματα ούτε εκείνος με έπεισε ούτε βεβαίως εγώ εκείνον.
Δεν εγκατέλειψα τη συζήτηση πάνω στο τραπέζι. Την πήρα μαζί μου στον δρόμο της επιστροφής. Το βασάνισα λίγο και παραδέχτηκα -στον εαυτό μου- πως υπάρχουν ποιητικά έργα που οι μουσικοί συνθέτες θα ήταν προτιμότερο να τα αφήσουν ήσυχα, στη δική τους συγκλονιστική πορεία στα Γράμματα. Δεν είναι ανάγκη να πιέζονται να ντύσουν μουσικά τον Κάλβο ή τον Καβάφη…
Ακούγοντας όμως στην καλή εκπομπή της ΕΡΤ 2 «Εδώ που τα λέμε» τον Μανώλη Μητσιά, επανήλθα, συνήλθα και ενισχύθηκε ακόμη περισσότερο η άποψή μου, και κατάλαβα -κατόπιν εορτής- πως θα μπορούσα στην προαναφερόμενη συζήτηση να επιχειρηματολογήσω με μία και μόνο φράση, όπως την είπε ο εξαιρετικός ερμηνευτής: «Είμαστε ο λαός που τραγούδησε τους ποιητές του, ακόμη και τους νομπελίστες ποιητές του, στις παρέες και στις ταβέρνες. Που τραγούδησε σε εξαιρετικές και σημαντικές στιγμές μεγάλους ποιητές, όπως ο Γκάτσος».
Ο Γκάτσος, ο ποιητής που εξέδωσε όσο ζούσε ένα και μοναδικό βιβλίο, την «Αμοργό», που οι στίχοι του ήταν ποίηση και το αντίστροφο. Πάνε από τον θάνατό του 25 χρόνια (12 Μαΐου 1992) και το έργο του, υπέροχα μπλεγμένο με τη μουσική του Θεοδωράκη, του Χατζιδάκι, του Μούτση, του Ξαρχάκου, της Καραΐνδρου, ομορφαίνει την ανάσα και τα χείλη μας, ζωντανό, νεανικό, αυθόρμητο.
Αυτό το αυθόρμητο είναι που σε μεγάλο βαθμό λείπει από πολλούς νέους (επίδοξους) ποιητές, οι οποίοι στην προσπάθειά τους να πρωτοτυπήσουν(;) μπουρδουκλώνουν εξεζητημένες λέξεις και έννοιες, πνίγουν σε ιδεολογήματα την απόλαυση, υψώνουν φράγματα στη ροή…
Αυτή η εννοιολογική πίεση, αυτή η άρνηση της απλότητας, αυτή η μεγαλεπήβολη αφαιρετικότητα είναι που αφήνουν στα ράφια τα ποιητικά έργα. Δεν είμαι και ειδική για να καταλάβω τον λόγο που η λυρικότητα -όχι το γλυκανάλατο- έχει οδηγηθεί στο πυρ το εξώτερον.
Υπάρχουν σαφώς και ευτυχώς οι υπέροχες εξαιρέσεις. Και ανάμεσα σ’ αυτές αναζητούν πολλοί μουσικοί συνθέτες την έμπνευση για τις μελωδίες τους. Κι αν το αντάμωμα είναι καλό θα το διαπιστώσουμε στα ταβερνάκια, στις γιορτές και στις παρέες μας…
