Η διαφορά ανάμεσα στα μέτρα και τα αντίμετρα (με βάση το πολυνομοσχέδιο που κατατέθηκε μαύρα μεσάνυχτα Σαββάτου) είναι ότι τα μέτρα θα εφαρμοστούν υποχρεωτικά, ενώ τα αντίμετρα (που θα αμβλύνουν, υποτίθεται, τις επιπτώσεις από τα μέτρα) θα ισχύσουν υπό προϋποθέσεις: εάν και εφ’ όσον… τότε θα… κ.λπ. κ.λπ.
Ενδέχεται, δηλαδή, ναι μεν τα μέτρα (όπως π.χ. η μείωση του αφορολόγητου ή οι περικοπές μισθών και συντάξεων), αφού θα ψηφιστούν, να εφαρμοστούν, αλλά τα ανακουφιστικά αντίμετρα, αφού ψηφιστούν και αυτά, εάν δεν συντρέξουν οι οριζόμενες προϋποθέσεις, να ισχύσουν… στον αιώνα τον άπαντα, κατά το δημώδες και λαϊκιστικόν: εμ κερατάδες, εμ ζημιωμένοι, και στην παραλλαγή του: χωρίς κέρδος, κέρατα.
Οι αρχαίοι ημών πρόγονοι, τους οποίους συχνά επικαλούμεθα υπερηφάνως (είμαι Ελλην, το καυχώμαι…), και άλλο τόσο τους επικαλούνται, εις βάρος ημών των νεωτέρων, οι εταίροι πιστωτές/δανειστές μας, υποστήριζαν (νομίζω ο Κλεόβουλος ο Ρόδιος, προτού η Ρόδος γίνει τουριστικός προορισμός, όταν είχε ακόμα στην μπούκα του λιμανιού τον Κολοσσό της, που μετά τον ψάχναμε σε κάτι τσιμεντοκολόνες σαν τουριστική ατραξιόν, επί Μελίνας και ποιος θυμάται…) ότι μέτρον άριστον.
Εκείνο, δηλαδή, που μετράει, που το υπολογίζει κανείς, είναι το μέτρον. Ολα τ’ άλλα, τα αμέτρητα (τα ανυπολόγιστα) είναι φλυαρίες, αμετροέπειες∙ λόγια που τα λες, υποσχέσεις που δίνεις, χωρίς δέσμευση ότι και θα τηρηθούν. Εδώ μιλάμε για «ορίζοντες» του 2019 και του 2022. Ποιος ζει και ποιος πεθαίνει…
Μέτρα και αντίμετρα, όπως το θάμα (θαύμα) κι αντίθαμα στη δημοτική μας ποίηση: «Για δες θάμα κι αντίθαμα που γίνεται στον κόσμο, να περπατούν οι ζωντανοί με τους αποθαμένους…».
