Σάββατο. Ανήμερα 25ης Μαρτίου. Εφτά το πρωί, με το παλαιό ημερολόγιο. Επιστρέφω από τον Υμηττό, ο οποίος, παραδόξως, είναι ακόμα στη θέση του. Το γράφω αυτό, γιατί η Πεντέλη, που την επισκέφτηκα πέντε ώρες μετά, να απολαύσω μπακαλιάρο με σκορδαλιά και άλλα εκλεκτά εδέσματα σε φιλικό σπίτι, πρέπει να έχει αλλάξει θέση ή αυτό που είναι σήμερα Πεντέλη απέχει καμιά εξηνταριά χρόνια από την Πεντέλη που μαθαίναμε, τότε, στη Γεωγραφία.
Μην τα πολυλογώ, επιστρέφω από τον Υμηττό και, γνωστός κύριος, συμπαθέστατος, απ’ αυτούς που θέλεις να λένε και να τους λες καλημέρα, αλλά και κάπου διακρίνεις διάθεση να ξανοιχτούν περισσότερο. «Καλημέρα» λες. «Καλημέρα» απαντάει πρόθυμα. Απομακρύνεσαι και συμπληρώνει, στην πλάτη σου πλέον: «Και καλή απελευθέρωση!». Κοντοστέκομαι, στρέφω λίγο και απαντάω: «Αμήν! Αλλωστε αυτή είναι μια ευχή που πάντα πιάνει τόπο!».
Θυμήθηκα τον πατέρα –έφυγε νέος νέος– και, μαζί του, όλους τους παλιούς κομμουνιστές που βγήκαν από την ήττα ενός (ακόμα!) εμφύλιου, κυρίως (αυτό πια το είδα ενήλικος), από την ήττα μιας ελπίδας για ένα μέλλον καλύτερο. Οι τότε κομμουνιστές –όσοι τουλάχιστον σκιάζονταν λιγότερο εκείνα τα, όπως ονομάστηκαν, «πέτρινα χρόνια»–, όσο τους θυμάμαι –και τους θυμάμαι καλά– παραμονή του Πάσχα, στη συνήθη ευχή «Καλή Ανάσταση», πρόσθεταν, απευθυνόμενοι, προφανώς, σε ομοϊδεάτες, «…Και καλή Επανάσταση».
Δεν ξέρω πώς εννοούσε ο ανώνυμος φίλος την «απελευθέρωση» και ποια πίστευε πως θα ήταν η «καλή», αν και ο υπαινιγμός ήταν αρκούντως σαφής. Ομως σκέφτηκα πως η Αριστερά γενικώς, τουλάχιστον η ελληνική, είναι πιο κοντά στις ευχές επιθυμιών από ό,τι στην πραγμάτωση επιθυμιών, έστω με ευχές λιγότερο μεγαλοπρεπείς.
