ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Μαρία Μαθιουδάκη
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Είναι μέρες που, χωρίς να αναζητάς κάτι για να πιαστείς, χωρίς να ψάχνεις συμβουλές και διεξόδους, έρχονται από το πουθενά και σε βρίσκουν. Κάπως έτσι λοιπόν, καθώς διάβαζα την «Αναφορά στον Γκρέκο» του Καζαντζάκη, μία από τις πρώτες φράσεις που έκαναν τον νου μου να φωτιστεί ήταν: «Φτάσε εκεί που δεν μπορείς».

Διαβάζοντάς το, φαντάστηκα αυτή τη φράση να βγαίνει σαν τη φωνή ενός προγόνου με θυμαρόριζες στα μαλλιά, μυρωδιά καπνού και γης και χέρια γεμάτα πληγές και σημάδια. Κι εγώ, σαν παιδί, να ακούω για πρώτη φορά την παρότρυνση: «Δοκίμασε κι ας μην μπορείς».

Η παιδική μας ηλικία μοιάζει με αέναο εργαστήρι απελπισίας αλλά και ελπίδας. Τότε όλα έμοιαζαν τεράστια σε σχέση με το πόσο μικροί ήμασταν: οι μυρωδιές, οι φόβοι, οι γρατζουνιές στα γόνατα. Η όσφρηση -αυτή η ταπεινή αίσθηση- ήταν που έβαλε πρώτη τάξη στο χάος. Το γιασεμί, το υγρό χώμα, το σαπούνι της γιαγιάς, ο καπνός απ’ το τζάκι. Πριν μάθουμε να μιλάμε σωστά, πριν μάθουμε να λέμε κομψά ψέματα, είχαμε μάθει την οσμή της αλήθειας. Και κάπου εκεί, μέσα σ’ αυτήν την πρωτογενή εμπειρία, φυτεύτηκε και η πιο μεγάλη μας αυταπάτη: ότι ο κόσμος θα παραμείνει κατανοητός.

Μεγαλώνοντας, μας είπαν ότι η φαντασία είναι «αέρας κοπανιστός». Κι εμείς, υπάκουοι μαθητές της λογικής, αρχίσαμε να μετράμε, να εξηγούμε, να τακτοποιούμε.

«Οπου αστοχήσεις, γύρισε. Κι όπου πετύχεις, φύγε». Τι απάνθρωπη οδηγία για μια εποχή που λατρεύει την επιτυχία σαν μοναδικό τρόπο επιβίωσης. Κι όμως, η επιτυχία, όταν την κοιτάξεις κατάματα, έχει κάτι το ύποπτο. Σου ζητά να μείνεις εκεί, ακινητοποιημένος. Να μην ξαναρισκάρεις γιατί μπορεί να κατέβεις από το βάθρο της. Κι αν κατέβεις, ποια άβυσσος καραδοκεί από κάτω; Ούτε που κοιτάς μη ζαλιστείς και πέσεις.

Γι’ αυτό ίσως η αποτυχία είναι πιο έντιμη: σε αναγκάζει να κοιτάξεις πάλι κάτω από τα πόδια σου, τις ρίζες σου, το παρελθόν σου, να ξαναδοκιμάσεις, να στήσεις πιο γερά θεμέλια αν χρειάζεται.

Δεν μπορούμε να αλλάξουμε την πραγματικότητα – πόσο βολικό θα ήταν. Μπορούμε όμως να αλλάξουμε τον τρόπο που τη βλέπουμε. Να ξαναγίνουμε παιδιά, όχι λόγω νοσταλγίας αλλά λόγω ρεαλισμού. Για να δούμε τον κόσμο όπως είναι, όχι όπως μας διδάχτηκε μεγαλώνοντας. Να του επιτρέψουμε να μας εκπλήξει ξανά, να μας τρομάξει, να μας μαγέψει.

Γιατί, τελικά, το «φτάσε όπου δεν μπορείς» δεν αφορά την υπέρβαση των ορίων με την έννοια της ηρωικής κατάκτησης. Αφορά την ταπεινή, επίμονη άρνηση να αρκεστείς στο λίγο που ξέρεις. Αφορά την απόφαση να σηκωθείς από εκεί που πέτυχες και να περπατήσεις ξανά προς το άγνωστο. Να δεχτείς πως ο Θεός -όποιο όνομα κι αν του δώσεις- δεν κατοικεί στην ασφάλεια, αλλά στην ελευθερία.

Κι αν κάτι αξίζει να κρατήσουμε από τις παιδικές μας μνήμες, δεν είναι η αθωότητα. Είναι το θάρρος να ρωτάμε, να φωνάζουμε πιο δυνατά, να ρισκάρουμε. Γιατί μόνο τότε, έστω για μια στιγμή, πλησιάζουμε εκεί όπου -θεωρητικά- δεν μπορούμε. Και τότε ακριβώς είναι που ξεκινάει η πραγματική μας ενηλικίωση.

[email protected]