Με τον θάνατο της Αννας Ψαρούδα Μπενάκη τελειώνει ουσιαστικά η φουρνιά του «ατόφιου» ευγενούς συντηρητισμού που συγκρότησε ο ΜΕΤΑΠΟΛΙΤΕΥΤΙΚΟΣ Καραμανλής. Η Βουλή γινόταν ρινγκ σε όλες τις εποχές αλλά υπήρξε μια σύντομη περίοδος της ελληνικής πολιτικής σκηνής, που η αντιπαράθεση, παρά την έντασή της, διεξαγόταν συχνά με όρους αλληλοσεβασμού, και πολιτικοί, συχνά με νομική ή ακαδημαϊκή παιδεία, έδιναν έμφαση στην ευγένεια, στην ανατροπή της λεξιπενίας, στην τήρηση των κανόνων του κοινοβουλίου.
Και αυτό είχε (και) πολιτικό σκεπτικό από πίσω, σε μια μεταδικτατορική περίοδο όπου ο βαθιά τραυματισμένος τόπος μας έπρεπε να εδραιώσει την αντίληψη πως ο πολιτικός αντίπαλος δεν ήταν εχθρός, ήταν ίσα ίσα απαραίτητο συμπλήρωμα «σου» για τη δημοκρατία.
Σύντομα βέβαια τα ηνία πήρε η αβερωφική Δεξιά, την ίδια ώρα που εύκολη ακρότητα -της Γερακίνας γιος χόρευαν βολεμένοι κορπορατιστές που είχαν ανάγκη ακραίες ατάκες για να καπηλευτούν αγώνες άλλων που είχαν προηγηθεί ώστε να πείσουν γκόμενες περί της γενναιότητάς τους- άρχισε να ξεπροβάλλει σε όλο το πολιτικό φάσμα, κάτι που γενικεύτηκε πια στους χρόνους των αυτιστικών ιντερνετικών φυλών και αλληλοακκιζόμενων «φίλων». Παρά την ιδεολογική απόσταση, βρίσκαμε τότε κάποιους συμμάχους πολύτιμους σε θέματα δικαιωμάτων, και όχι μόνο. Αυτό το τόσο σύντομο και ποτέ κυρίαρχο στιλ «ευγενών πολιτικών» διαφοροποιούνταν τόσο από την ακραία πολικότητα της εμφυλιοπολεμικής περιόδου όσο και από τον πιο επικοινωνιακό και συχνά συγκρουσιακό λόγο των δεκαετιών που ακολούθησαν.
Ηταν ακριβώς γι’ αυτό που η Ψαρούδα Μπενάκη πήγε και απέτισε φόρο τιμής στο χωριό Μπελογιάννης όταν επισκέφθηκε την Ουγγαρία. Κάτι αδιανόητο στους καιρούς του Βορίδη και του Αδωνη κι ας εκφράζουν τα «αναμενόμενα συλλυπητήρια». Ηταν γι’ αυτό που κρατούσαν πάνω από την κεφαλή τού (επίσης μεταπολιτευτικού και καλύτερου Πρόεδρου Δημοκρατίας που είχαμε ποτέ) Στεφανόπουλου επί ώρες ομπρέλα οι αριστεροί για να τον προστατεύσουν στην κηδεία του Μπανιά. Δεν έπαυες να διαφωνείς -ενίοτε έντονα- για το ποιο ήταν το καλό του τόπου, αλλά σε ένοιαζε να μην πάψουν και οι φωνές των άλλων ακριβώς για το καλό του τόπου.
Η νοσταλγία για αυτή την περίοδο στελεχών που προφανώς κλείνει με τον θάνατο της Μπενάκη φέρνει στο φως (και παρά την εμμένουσα ύπαρξη ωραίων ανθρώπων που έχουν περιθωριοποιηθεί από τα κόμματα όλα) την πολιτική ένδεια και την έλλειψη πολιτικού, δηλαδή ουσιαστικού κοινωνικού, ήθους. Το οποίο σταθερά αντικαθίσταται από τον φτηνό ηθικισμό κι ενώ μαίνεται ο πόλεμος της ατάκας που αποφέρει ψήφους στο πλαίσιο ενός έντονου διχαστικού λόγου, ο οποίος αργά και σταθερά -και παρά κάποιες άξιες λόγου εξαιρέσεις- αντικαθιστά την πολιτική ανάλυση στα κυρίαρχα αφηγήματα.
Καλή της ώρα!
