Στον Τζ. Αγκάμπεν πάντα υπάρχει η έρευνα αλλά και η νοσταλγία για τους χαμένους πολιτισμούς. Αυτό συνέβαινε και με τον Πιερ-Πάολο Παζολίνι όταν και εκείνος έγραφε για τη φυσιογνωμία της ιταλικής ζωής και πώς εκείνη χάθηκε κάτω από τις μυλόπετρες του καταναλωτισμού, με τους κομφορμισμούς και τις προσαρμογές. Φαίνεται ότι ο Νότος της Ευρώπης μεταφέρει αταβιστικά ακόμη κάτι από τη νοσταλγική ποίηση της περιπέτειας της μνήμης.
Αναφορικά με τη λειτουργία των θεσμών αλλά και των κοινωνικών λειτουργιών τους, ο Τζ. Αγκάμπεν αναγνωρίζει την επιρροή του από το έργο του Yan Thomas (Γάλλου φιλόσοφου και εξαιρετικού ερευνητή που ασχολήθηκε με το ρωμαϊκό δίκαιο). Και αυτό γιατί ο Yan Thomas με απόλυτη σαφήνεια έχει καταδείξει επιστημονικά ότι η σημερινή λειτουργία του δήμου αντλεί τη μορφή της από τη νομική επιστήμη των Ρωμαίων. Οι Ρωμαίοι απέδιδαν στη λειτουργία του δήμου ένα πολιτικό σύμφωνο που λάμβανε σχεδόν μια θρησκευτική, ιερή και αναπαλλοτρίωτη θέσμιση, όπου το ιδιωτικό και το δημόσιο δίκαιο αναστέλλονται χάριν του κυρίαρχου. Ο Τζ. Aγκάμπεν έχει εξετάσει αυτή τη συνθήκη ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του ’90, με τον «Homo sacer», αλλά το άφησε με την υπόσχεση να το εξετάσει εκ νέου με ακρίβεια.
Στο ρωμαϊκό δίκαιο υπήρχαν ρητές και εφαρμόσιμες διατάξεις οι οποίες φρόντιζαν την υλικότητα της ύπαρξης και υπεράσπιζαν τη «ζώνη δημόσιας χρήσης». Ετσι λοιπόν σύμφωνα με τη ρωμαϊκή αντίληψη παρατηρούμε ότι οι πλατείες, τα θέατρα, οι αγορές, οι δρόμοι, η ύδρευση, τα ποτάμια δημιουργούνται και διατίθενται χωρίς οικονομική συμμετοχή των πολιτών και η διαθεσιμότητά τους είναι προς όλους. Ηταν όλα τα παραπάνω «προσβάσιμα» προς τους πολλούς. Για τους Ρωμαίους όλα εκείνα αποτελούσαν τη «ζώνη δημόσιας χρήσης», η οποία δεν είχε όνομα και συγκεκριμένη ταυτότητα, ήταν ο «κανένας» (Res nullius), δηλαδή μια κοινωνική προσφορά χωρίς την κυριότητα κάποιου. Η δε αξία τους δεν ενέπιπτε σε νομικές διαφορές, ούτε συστηνόταν με όρους αγοράς. Εδώ ακριβώς ο Τζ. Aγκάμπεν αντιλαμβάνεται ότι υπάρχει η «επαφή», η «σχέση», μεταξύ της εξουσίας και της πράξης. Ετσι λοιπόν η σχέση με τη χρήση γινόταν ένα «πράγμα» κοινό και επάνω σ’ αυτή τη χρήση το κράτος και η πόλη ασκούσαν την κυβερνησιμότητά τους. Το θέμα είναι εάν αυτός ο χώρος δεν ήταν κατάλληλος για κανέναν πώς μπορούσε να χρησιμοποιηθεί από εκείνους που ζούσαν εκεί, ανεξάρτητα από το ποιοι είναι εκείνοι ή σε ποιον ανήκει ο συγκεκριμένος χώρος; Η απάντηση, θα πει ο Τζ. Αγκάμπεν, είναι τελικά απλή: όταν ο χώρος λειτουργεί από μια κοινότητα χρηστών, μπορεί να σχηματίζεται και να μεταρρυθμίζεται μέσα από πολλές διαδικασίες.
Ετσι φτάνουμε στην καρδιά μιας εμμενούς σκέψης, όπου δεν υπάρχει ποτέ το πριν ή το μετά χωρίς το ενδιάμεσο, δηλαδή χωρίς την αναγνωρισμένη κατάσταση μιας τωρινής χρήσης και μιας ιστορικής διαδρομής και παραδοχής από την κοινότητα. Αυτό αντιστοιχεί σ’ εκείνο που ο Τζ. Aγκάμπεν ονομάζει «φτωχή εξουσία», δηλαδή μια εξουσία ισχνής ισχύος. Οσο περισσότερο ασκείται μια τέτοια δύναμη (όπως περιγράψαμε παραπάνω με το ρωμαϊκό δίκαιο και τα έργα κοινής χρήσης) καθημερινά, τόσο περισσότερο απομακρύνεται η αυθαίρετη δύναμη της εξουσίας, χωρίς όμως εκείνη να παραιτείται πλήρως από τις υπάρχουσες αξιώσεις της. Εκείνο όμως που δεν αποφεύγεται είναι το «κενό», το «αδρανές», δηλαδή εκεί όπου το άτομο παραμένει μόνο με τη σκέψη του, όχι όμως και με την πράξη του, ζώντας μόνο στη συγχρονικότητά του, την παροντικότητά του και δεν διεκδικεί.
* Καθηγητής Πολιτικής και Κοινωνικής Φιλοσοφίας
