ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Σοφία Πολίτου-Βέρβερη*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Μια γυναίκα περπατάει στον δρόμο. Κρατάει σφιχτά έναν στρογγυλό καθρέφτη κάτω από τη μασχάλη της. Η ώρα περνάει αργά όταν περπατάει. Η ώρα περνάει γρήγορα όταν ξεκουράζεται. Κι έχει ακόμα αρκετό δρόμο μπροστά της. Η πόλη που πλησιάζει είναι βόρεια. Γύρω της λιγοστά τα δέντρα, πολλοί οι λόφοι και τα σύννεφα απομακρύνονται να μην της κρύβουν την πορεία.

Τα πρώτα φώτα φαίνονται σαν καραβάνι εορταστικό που διασχίζει την έρημο. Περνάει τη μεγάλη πύλη βιαστικά. Περνάει σιωπηλά. Με λίγα ακόμα βήματα φτάνει στην έρημη στρογγυλή πλατεία με το πηγάδι. Σκύβει και του μιλάει.

«Ηρθα, με ακούς; Ηρθα», λέει στο νερό του πηγαδιού. Εκείνο ριγεί και τα πουλιά που κοιμούνται στο μεγάλο ρολόι ξυπνούν. Και κάνουν έναν κύκλο γύρω από την πλατεία, το παζάρι και τα τείχη της πόλης.

Η γυναίκα χαμογελάει αχνά. Κάθεται δίπλα στο πηγάδι, στερεώνει τον καθρέφτη απαλά μπροστά στα πόδια της κι αρχίζει να καλεί ονόματα.

«Ρόδο του πρωινού, Μικρέ βοσκέ, Κόκκινη γη, Γενναίο λιοντάρι, Λουλούδι του παραδείσου, Εσύ που φέρνεις την άνοιξη, Ζαφείρι του ουρανού…»

Σε κάθε όνομα το νερό τραγουδάει. Και ο καθρέφτης γεμίζει μορφές. Η γυναίκα ρωτάει.

«Το παιδί μου το είδατε; Πέρασε από την άλλη πλευρά του βουνού; Ηταν μαζί σας; Ακόμα το ψάχνω».

Οι μορφές ανακατεύονται. Πάνε κι έρχονται. Πυκνώνουν κι αραιώνουν. Μια φωνή βγαίνει από τον καθρέφτη και της λέει. «Πολλές γυναίκες σαν κι εσένα έρχονται και ρωτούν. Ξένες όπως κι εσύ. Κάνουν την ίδια διαδρομή. Κάνουν την ίδια ερώτηση. Αυτό έχω να σου πω: Θα περπατήσεις κι άλλο. Θα βρεις ένα χωράφι. Η περίφραξή του κλείνει την είσοδο στα βλέμματα, κι όμως, δεν αφήνει κανέναν απέξω. Οι επισκέπτες δεν θέλουν παραπάνω από μία ώρα περπάτημα για να φτάσουν, από τη μεγάλη πόλη, μέχρι εκεί».

Οι σκιές από τον καθρέφτη χάνονται. Το πηγάδι σταματάει το τραγούδι. Η γυναίκα παίρνει τον καθρέφτη στην αγκαλιά της και συνεχίζει. Βρίσκει το χωράφι. Σε αυτό κάνει βόλτα ένα κορίτσι.

«Τι μου έφερες;» ρωτάει τη γυναίκα.

Εκείνη του δίνει τον καθρέφτη. «Πες μου τι ψάχνεις. Εδώ μέσα ξέρω τα πάντα» της λέει.

Τα μάτια τους σκουραίνουν, στρογγυλεύουν, μεγαλώνουν.

«Το παιδί μου το είδες;»

Το κορίτσι τραβάει απαλά τη γυναίκα προς τις πέτρινες πλάκες.

«Διέσχιζε για μέρες ολόκληρες αυτόν τον τόπο. Εάν ήξερε ότι δεν πρόκειται να τον περνούσε, θα μπορούσε να επιβιώσει κάπως εδώ. Εψαξε να βρει μια τρύπα, μα δεν βρήκε. Ηταν κυνηγημένο. Κι έφτασε στην άκρη, στο ποτάμι που δεν έχει γεφύρι. Κι από πίσω του χίλια σπαθιά που γυάλιζαν και με τον άνεμο χτυπούσαν μεταξύ τους σαν βροχή από καρφιά και σαν δόντια δράκου που τα ακονίζει η σκόνη της ερήμου».

Η γυναίκα κλαίει. Τα δάκρυα θολώνουν τα μάτια της. Δεν ξέρει πού πατάει.

«Πρόσεχε!» λέει το κορίτσι και την τραβάει στην άκρη εγκαίρως. «Μην πατάς εκεί. Κάποιος κοιμάται από κάτω. Εδώ που ήρθες, η απόσταση που χωρίζει εμάς με αυτούς που κοιμούνται είναι πολύ μικρή».

Η γυναίκα αναστενάζει σαν ηφαίστειο. Κρατάει το κορίτσι σφιχτά. Το ρωτάει. «Τι έχεις να μου δώσεις;»

«Πάρε αυτό το παπούτσι. Μου το έδωσε το πηγάδι. Από αυτό που ψάχνεις, αυτό έχει απομείνει. Και τώρα κοιμάται. Και τώρα δεν θέλει άλλο να ονειρευτεί. Πήγαινε, γυναίκα, δώσε μου ένα φιλί κι ένα γλύκισμα, και πήγαινε και μείνε κάτω από τα δέντρα στους λόφους, και κάτω από το σύννεφο που έφυγε. Και τραγούδησε. Δυνατά. Και αγάπησε με το τραγούδι σου όλα εμάς τα παιδιά που ψάξαμε τρύπα, δρόμο και ποτάμι με γεφύρι».

*Ποιήτρια, συγγραφέας