Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ο Ιανουάριος του 2017 λέγεται πως θα είναι ένας μήνας πολύ κρίσιμος για τις εξελίξεις στην ελληνική Κεντροαριστερά. Με αποκορύφωμα τη Συνδιάσκεψη των «Κινήσεων», που ενώνουν μερικά από τα «τρομερά παιδιά» του ντόπιου εκσυγχρονιστικού νεοφιλελευθερισμού, διαμορφώνεται ένα σύνολο πρωτοβουλιών, που οργανώνει αποφασιστικά την επανεκκίνηση αυτού του πολιτικού χώρου.

Στην πραγματικότητα, αυτό έχει προετοιμαστεί τον τελευταίο καιρό μέσα από ένα σύνολο εκδόσεων, «εκσυγχρονιστικής» και «αντι-λαϊκιστικής» κριτικής και χρηστομάθειας, που προωθούνται δεόντως διαφημιστικά.

Από διαρκείς καταχωρίσεις στον Τύπο και, στο όριο της πρόκλησης, «παρουσιάσεις» μέχρι εκδηλώσεις, με εναλλασσόμενα και ανταλλασσόμενα πάνελ δημόσιων διανοουμένων του ευρύτερου χώρου, υπήρξε ένας καταιγισμός «πρόκλησης γεγονότων». Στη Θεσσαλονίκη, τον Δεκέμβριο, είχαμε σχεδόν καθημερινά ένα τέτοιο γεγονός.

Επειτα από πολλές, παταγωδώς αποτυχημένες, προσπάθειες θα έχει, άραγε, περισσότερη τύχη αυτήν τη φορά; Εξαρτάται.

Στη βραχυχρόνια διάρκεια, η ενεργός αποδόμηση της κυβέρνησης δείχνει να ανοίγει χώρο σε εγχειρήματα, που μπορούν να διεκδικήσουν σημαντικά τμήματα του εκλογικού της ακροατηρίου. Δεδομένου, μάλιστα, πως, μετά την πρόσφατη εμπειρία της «ανατροπής», που έγινε σχεδόν προσχώρηση -έστω «εξαναγκαστικά»-, ένα τμήμα του κόσμου πείθεται πως «δεν υπήρχε άλλος δρόμος».

Οι επιλογές του, ίσως, θα καθοριστούν όχι τόσο προγραμματικά όσο στη βάση της «ικανότητας διαχείρισης του μοιραίου». Σε αυτήν την περίπτωση, η καθεστωτική «κανονικότητα», που μπορεί να υποσχεθεί αυτός ο χώρος, ως σαρξ εκ της σαρκός του ευρωπαϊκού κατεστημένου, μπορεί να λειτουργήσει υπέρ του.

Μεσοπρόθεσμα, ωστόσο, δεν νομίζω πως έχει σοβαρές προοπτικές, όπως δείχνει και η διεθνής του πορεία. Αν το pasokification έγινε κοινός όρος της πολιτικής επιστήμης οφείλεται και στο γεγονός πως η διεθνής Κεντροαριστερά, έχοντας μετατραπεί σε Ακραίο Κέντρο, εισηγητή και υπερασπιστή του νεοφιλελευθερισμού στη γραμμή του Κλίντον και του Μπλερ, αντιπροσωπεύει στα μάτια της μεγάλης πλειοψηφίας του κόσμου έναν από τους βασικότερους υπαίτιους της υποβάθμισης, έως και καταστροφής, της ζωής του. Είναι πολύ δύσκολη, λοιπόν, η επανάκαμψη.

Ειδικά στην Ελλάδα, όπου ακόμη και ο σκληρός πυρήνας του αφηγήματος των κατ’ εξοχήν «ευρωπαϊστών» πλήττεται στην καρδιά του, το πράγμα γίνεται πολύ ολισθηρό. Οταν πια η πλειοψηφία του πληθυσμού στις έρευνες γνώμης θεωρεί πως η ένταξη της χώρας στην ευρωζώνη ήταν τουλάχιστον σφάλμα, το «εκσυγχρονιστικό-προσαρμοστικό» αφήγημα πλήττεται στα θεμέλιά του.

Με δεδομένο αυτό, οι «αριστείες», οι «αξιολογήσεις» και τα συναφή φληναφήματα είναι απίθανο να συγκροτήσουν έναν λόγο πολιτικά αποτελεσματικό. Πολύ περισσότερο που ένα πολύ δραστήριο τμήμα των «ακροκεντρώων» είναι εξίσου ή και πιο pro-capitalist με την πιο σκληρή νεοφιλελεύθερη Δεξιά.

Δεν είναι τυχαίο πως εκπρόσωποί του, πολιτικοί και δημοσιογράφοι, θεωρούν πως ο ορθότερος τρόπος για να περιγραφεί η κατάσταση στη χώρα είναι μέσω των ιερεμιάδων για την κακή μοίρα του «ιδιωτικού τομέα».

Παρουσιάζεται, συγκεκριμένα, το εξής φαινόμενο: στο όνομα της υπεράσπισης, γενικώς, του «ιδιωτικού τομέα», ο ΣΕΒ, τα κανάλια και «κεντροαριστεροί» εμφανίζονται να εκπροσωπούν τους μισθωτούς του καπιταλιστικού τομέα, ως εάν οι τελευταίοι να έχουν τα ίδια συμφέροντα και προβλήματα με τα αφεντικά τους.

Την ίδια στιγμή, δηλαδή, που οι εργοδότες έχουν επιδοθεί σε ένα ασύλληπτο εκμεταλλευτικό πάρτι σε βάρος των εργαζόμενων, δίνοντας, όταν θυμηθούν να τους δώσουν, μισθούς των 300 ευρώ, εκβιάζοντας καθημερινά την απλήρωτη εργασία αυτών, στους οποίους, ως χάρη, «δίνουν δουλειά» και όλα όσα όλοι ξέρουμε πως συμβαίνουν στη χώρα, εμφανίζονται να συγκροτούν την κοινή παράταξη του «ιδιωτικού τομέα», των ανθρώπων που μοχθούν, παράγουν και στηρίζουν την κοινωνία μας!

Οπως, επίσης, δεν είναι τυχαίο πως, ενώ ποικιλώνυμες «συντεχνίες» βάλλονται καταιγιστικά, με όλα τα μέσα, οι κατ’ εξοχήν συντεχνίες, τράπεζες και εργοδοτικές οργανώσεις, είναι απολύτως στο απυρόβλητο.

Κανείς εκ των «ακροκεντρώων» δεν ενοχλείται από το γεγονός πως όσοι συγκροτούν αυτές τις συντεχνίες είναι αυτοί οι οποίοι, κατά τεκμήριο, δημιούργησαν το πρόβλημα του ελληνικού χρέους. Με την πρακτική της μη πληρωμής των οικονομικών υποχρεώσεών τους, της φοροδιαφυγής και της φοροκλοπής διαμόρφωσαν ένα μόνιμο, επί δεκαετίες, πρωτογενές έλλειμμα της τάξης του 5%. Με πιο πρόσφατη συνεισφορά από μέρους τους την έξοδο σχεδόν 200 δισεκατομμυρίων ευρώ στο εξωτερικό.

Είναι δύσκολο, λοιπόν, μεσοπρόθεσμα να συγκροτήσουν οι «κεντροαριστεροί» λόγο ηγεμονικό, που να μπορεί να απευθυνθεί στην κοινωνική πλειοψηφία.

Βραχυχρόνια, ωστόσο, δεν αποκλείεται να ενισχυθούν. Η δουλειά που κάνει η σημερινή κυβέρνηση, όπως προείπα, ανοίγει τέτοιες δυνατότητες.

Δεν θα πρέπει, όμως, να γελιόμαστε ή να εφησυχάζουμε λόγω της βραχυχρόνιας δραστικότητας της παρέμβασής τους. Γιατί τα αποτελέσματα μπορεί να είναι καταλλήλως μακροχρόνια -και πολύ δύσκολα αντιστρέψιμα.

Γι’ αυτό, νομίζω, είναι λάθος της αντιμνημονιακής, αντικαπιταλιστικής, ή, όπως αλλιώς θέλετε, Αριστεράς που, με την κριτική της δεν στοχοποιεί κατ’ εξοχήν και διαρκώς αυτόν τον χώρο, και ευρύτερα τον χώρο του γνήσιου νεοφιλελεύθερου αγριανθρωπισμού, που εμφανίζεται ως η λύση απέναντι στον κυβερνητικό λαϊκισμό (sic).

Η κυβέρνηση, χωρίς αμφιβολία, τους στρώνει το δρόμο. Οπως οι Αγγλοι Εργατικοί της δεκαετίας του ’70, με την προσχώρησή τους -κι αυτοί «εξαναγκαστικά»- στις πολιτικές του ΔΝΤ, άνοιξαν λεωφόρο για τη Θάτσερ.

Η Αριστερά έχει υποχρέωση να μάθει από αυτήν την κοσμοϊστορικής, όπως αποδείχτηκε, σημασίας εξέλιξη. Η ασυμφιλίωτη σύγκρουσή της με την ασκούμενη, εδώ και τώρα, αντικοινωνική πολιτική θα πρέπει να την προετοιμάζει και για την επόμενη φάση. Το μέλλον της -και το μέλλον της κοινωνίας μας, ευρύτερα- συναρτάται καθοριστικά με αυτό.

* οικονομολόγος, εκπαιδευτικός