Σε άρθρο του στη χθεσινή «Εφ.Συν.» με τίτλο «Το δις εξαμαρτείν τ’ αυτόν ουκ ανδρός σοφού» ο καθηγητής Μανόλης Δρεττάκης κάνει μια συνολική κριτική για τη διαπραγματευτική στρατηγική της κυβέρνησης, παρομοιάζοντας το πρώτο εξάμηνο του 2015 με την πρόσφατη απόφαση για τη χορήγηση του εφάπαξ βοηθήματος στους χαμηλοσυνταξιούχους.
Φυσικά η κριτική είναι πάντα καλοδεχούμενη, ειδικά αν προέρχεται από έναν άνθρωπο του κύρους του Μανόλη Δρεττάκη. Ωστόσο, στο άρθρο του εμπεριέχεται ένα σφάλμα που αξίζει να επισημανθεί, καθώς έχει αποτελέσει πηγή πολλών παρανοήσεων. Συγκεκριμένα, ο κ. Δρεττάκης λέει αυτολεξεί:
«Αν ο πρωθυπουργός περίμενε να επικυρωθεί από τη Eurostat το πλεόνασμα, θα μπορούσε να διαπραγματευτεί με τους δανειστές τον τρόπο κατανομής του…». Προφανώς εννοεί την επίσημη ανακοίνωση των δημοσιονομικών στοιχείων του 2016 από τη Eurostat, τον Απρίλιο (προσωρινή) και τον Οκτώβριο (οριστική) του 2017.
Το πρόβλημα με αυτήν την άποψη είναι πως αγνοεί τη στοιχειώδη λογιστική μεθοδολογία, σύμφωνα με την οποία το δημοσιονομικό αποτέλεσμα κάθε έτους καταγράφει τη διαφορά μεταξύ δημόσιων εσόδων και δημόσιων δαπανών που πραγματοποιούνται εντός του συγκεκριμένου έτους (εκτός από ορισμένες εξαιρέσεις που δεν είναι της παρούσης).
Για να γίνουμε πιο συγκεκριμένοι, ο πίνακας 3.2 της εισηγητικής έκθεσης του προϋπολογισμού 2017 προέβλεπε για το 2016 πρωτογενές πλεόνασμα (με τον ορισμό του προγράμματος) 1.907 εκατ. ευρώ.
Με άλλα λόγια, οι ροές εσόδων του 2016 υπερέβαιναν τις ροές δαπανών (πλην τόκων) της γενικής κυβέρνησης κατά αυτό το ποσό.
Με δεδομένο τον στόχο 875 εκατ. ευρώ (0,5% ΑΕΠ) αυτό ισοδυναμούσε με μια προβλεπόμενη υπερεκτέλεση της τάξης των 1.032 εκατ. ευρώ (τουλάχιστον σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του υπουργείου Οικονομικών που μέχρι τώρα έχουν αποδειχτεί αρκετά αξιόπιστες).
Αυτή η υπερεκτέλεση θα μπορούσε να περιοριστεί μόνο αν ένα μέρος της γινόταν δαπάνη εντός του 2016. Διαφορετικά, μετά το τέλος του έτους θα καταγραφόταν ένα πρωτογενές πλεόνασμα περίπου 1,1% του ΑΕΠ για το 2016 και οι ροές εσόδων και δαπανών του νέου έτους θα διαμόρφωναν το αποτέλεσμα του 2017.
Αν λοιπόν η κυβέρνηση περίμενε τις επίσημες ανακοινώσεις της Eurostat τον Απρίλιο ή τον Οκτώβριο του 2017 για να αποφασίσει την κατανομή της υπερεκτέλεσης του 2016, η δαπάνη θα επιβάρυνε το δημοσιονομικό αποτέλεσμα του 2017, με προφανή κίνδυνο να δημιουργήσει δημοσιονομικό κενό και να απαιτηθεί η λήψη νέων μέτρων ώστε να επιτευχθούν οι στόχοι του 2017.
Και αυτό δεν είναι μια θεωρητική υπόθεση:
Συνέβη το 2014 όταν η συγκυβέρνηση Ν.Δ.-ΠΑΣΟΚ αποφάσισε να διανείμει το «κοινωνικό μέρισμα» από την υπερεκτέλεση του 2013 με αποτέλεσμα να επιδεινώσει το δημοσιονομικό αποτέλεσμα του 2014 και να βρεθεί εκτός στόχων. Αυτή ήταν μια υποδειγματική δημοσιονομική αστοχία με τη συγκατάθεση της τότε τρόικας.
Η παρούσα κυβέρνηση αντιλαμβάνεται τη δημοσιονομική υπευθυνότητα ως καθήκον απέναντι στους πολίτες που δικαιούνται διαφάνεια και λογοδοσία στη διαχείριση του δημόσιου χρήματος –το οποίο άλλωστε προέρχεται από τους φόρους και τις εισφορές τους.
Ταυτόχρονα είναι συνεπής στις δεσμεύσεις που έχει αναλάβει έναντι των θεσμών στο πλαίσιο του προγράμματος χρηματοδότησης της χώρας.
Στην εν λόγω περίπτωση σχεδίασε προσεκτικά μια κίνηση αναδιανομής προς τους χαμηλοσυνταξιούχους, που έχουν υποστεί δραματικές απώλειες τα τελευταία χρόνια, χωρίς να θέσει σε κίνδυνο τους δημοσιονομικούς στόχους της χώρας.
Αυτό αποδεικνύει αφενός τη σταθερή προσήλωση στην κοινωνική δικαιοσύνη και αφετέρου την υπευθυνότητα να διαχειριστεί με ασφάλεια τα δημόσια οικονομικά της χώρας.
Είναι λάθος να αποδίδουμε στην κυβέρνηση κάθε αρνητική τροπή της διαπραγμάτευσης αγνοώντας τις ευθύνες των άλλων πλευρών.
Η αντίδραση των θεσμών, που προκάλεσαν ορισμένες χώρες ήταν υπερβολική, ατεκμηρίωτη και αποσκοπούσε κυρίως στη δημιουργία εντυπώσεων στο εκλογικό τους σώμα. Γι’ αυτό άλλωστε και συνάντησε σημαντικές αντιδράσεις από άλλους εκπροσώπους των θεσμών.
Η εξύψωση των εσωτερικών προεκλογικών προτεραιοτήτων κάποιων ευρωπαϊκών κυβερνήσεων σε μείζονα παράγοντα για την άσκηση οικονομικής πολιτικής στην Ελλάδα και την ευρωζώνη είναι προβληματική όχι μόνο για τη χώρα μας αλλά για ολόκληρη την Ευρώπη.
*Γενικός γραμματέας Δημοσιονομικής Πολιτικής
