Φίλιππος Δ. Δρακονταειδής
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Στο Λεξικό της Ελληνικής Γλώσσης του Δημητράκου (έκδ. 1955), ο όρος τεχνοκρατία, αποδεκτός για πρώτη φορά το 1934 στα αγγλικά και γαλλικά, αποδίδεται ως «θεωρεία, καθ’ ην η μηχανική πρόοδος μόνη συμβάλλει εις την ανθρωπίνην ευημερίαν».

Αυτή η ερμηνεία υπενθυμίζει τις προσπάθειες, μετά το Κραχ του 1929, να περάσει στις ΗΠΑ η διαχείριση της παραγωγής σε έμπειρο και ειδικευμένο τεχνικό προσωπικό ώστε να εξασφαλίζεται η εκλογίκευση και η συνεισφορά της στο κοινωνικό σύνολο.

Εκδηλώνεται έτσι η πρόθεση να δοθεί προτεραιότητα στην υπάρχουσα τότε τεχνική επιδεξιότητα και, μέσω των εμφανιζόμενων νέων μηχανικών και τεχνικών εξελίξεων, να διαμορφωθεί ένα ανθρώπινο κεφάλαιο το οποίο θα προετοίμαζε και θα υπερασπιζόταν τη συμμετρική αλληλεπίδραση παραγωγής και κοινωνίας.

Με άλλα λόγια, την ηθικά λογική συσχέτιση οικονομίας και πολιτικής. Η βιβλιογραφία και τα τεκμήρια εκείνης της κίνησης επαναφέρουν ιδανικά ισότητας, κοινωνικών συμφερόντων ευρύτατων στρωμάτων με ομολογουμένη ή αναγνωρίσιμη πολιτική θέση, επιθυμία για τη δημιουργία και λειτουργία ενός οικονομικού προτύπου με άξονα τον άνθρωπο.

Ηταν η εποχή ενός ύστερου -θα λέγαμε- λόγου ανθρωπισμού, που εκόμιζε επαναστατικούς απόηχους και τελεολογικούς ενθουσιασμούς. Ενός λόγου σε προχωρημένο στάδιο παρερμηνείας.

Στο Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής του Τριανταφυλλίδη (έκδ. 1998) διαβάζουμε: «τεχνοκρατία: πολιτικοοινομική θεωρία, σύμφωνα με την οποία η τεχνολογική πρόοδος παίζει τον σπουδαιότερο ρόλο στην ευημερία του ανθρώπου» και «σύστημα διακυβέρνησης, στο οποίο η δύναμη της εξουσίας βρίσκεται στα χέρια των τεχνικών της διοίκησης και της οικονομίας».

Ξεχωρίζουμε, με πρώτη ματιά, ότι η «μηχανική πρόοδος» έχει δώσει τη θέση της στην «τεχνολογική πρόοδο» και ότι η «ευημερία του ανθρώπου» παραμένει ο σπουδαιότερος στόχος της τεχνοκρατίας, όπως ήταν για τη μηχανική.

Σε αυτό το υπόβαθρο διακρίνεται «σύστημα διακυβέρνησης», επί του οποίου η δύναμη και, κατά συνέπεια, η άσκηση της εξουσίας βρίσκονται στα χέρια «τεχνικών», δηλαδή προσώπων, ομάδων και θεσμών προερχόμενων από τη δημόσια διοίκηση και από την οικονομία, δημόσια και ιδιωτική, με αδιευκρίνιστο το κριτήριο επιλογής, αλλά με δηλωμένη την τεχνική επάρκεια.

Σε αυτό το πνεύμα, ορίζουμε τους «τεχνικούς» ως εμπειρογνώμονες, ως εξειδικευμένα πρόσωπα και όργανα, παράλληλα ή συμπληρωματικά της διακυβέρνησης. Δίχως πολλή σκέψη, όμως, υπάρχει αναμφισβήτητη προνομιακή πολιτική διείσδυση μιας κατηγορίας επιλέκτων, διά της ουσιαστικής ή και συμβολικής συνδρομής τους προς την εξουσία, η οποία διείσδυση προϋποθέτει την αναγκαιότητά της και, κατά συνέπεια, την διά της αδράνειας παρουσία της εντός της διακυβέρνησης, ως συστατικό του «συστήματος».

Το Χρηστικό Λεξικό της Νεοελληνικής Γλώσσας της Ακαδημίας Αθηνών (έκδ. 2014) εκσυγχρονίζει τον ορισμό της «τεχνοκρατίας» σημειώνοντας: «πολιτική-οικονομική θεωρία σύμφωνα με την οποία η τεχνολογική γνώση είναι απαραίτητη προϋπόθεση για τη λήψη αποφάσεων σχετικά με οικονομικά και κοινωνικά θέματα. Κατ’ επέκταση, κυριαρχία των ειδικών επιστημόνων στην άσκηση της πολιτικής».

Και ο ορισμός του τεχνοκράτη υπογραμμίζει ότι πρόκειται για «ανώτερο πολιτικό στέλεχος, επιχειρηματία ή επιστήμονα, με ειδίκευση σε τεχνολογικά θέματα, που ενεργεί με κριτήριο τα αντικειμενικά οικονομικά δεδομένα, συνήθως παραβλέποντας τον ανθρώπινο παράγοντα».

Ο γενικός προσδιορισμός στον όρο «τεχνοκρατία» περί της κυριαρχίας «ειδικών επιστημόνων» εξειδικεύεται στην περίπτωση του «τεχνοκράτη με ειδίκευση σε τεχνολογικά θέματα», υποδεικνύοντας απαραιτήτως «ανώτερο πολιτικό στέλεχος, επιχειρηματία ή επιστήμονα».

Υπογραμμίζεται έτσι ότι ο πολιτικός, εν ενεργεία ή όχι, μέλος ή όχι κόμματος, συνδυάζεται με υπαρκτό ή εν δυνάμει επιχειρηματία και με τεχνολογικά πιστοποιημένο επιστήμονα προς διαχείριση οικονομικών δεδομένων αντικειμενικά προσδιορισμένων, όπου ο ανθρώπινος παράγοντας δεν λαμβάνεται συνήθως υπόψη, δεν αποτελεί δηλαδή παράμετρο της απόφασης που θα κοινολογηθεί.

Εξήντα χρόνια χωρίζουν την έκδοση του Λεξικού του Δημητράκου από το Λεξικό της Ακαδημίας των Αθηνών και η εξέλιξη του ορισμού της «τεχνοκρατίας» μοιάζει να είναι το πέρασμα από μία πολιτική και οικονομική κίνηση, αθώα στην επιλογή και απλή στις διαστάσεις της, στην υπεροχή «αντικειμενικών οικονομικών δεδομένων» εντός ενός τριμερούς σχήματος, όπου η πολιτική είναι ακόλουθος της οικονομίας και της τεχνολογίας παρά συνοδοιπόρος.

Ευδιάκριτο λοιπόν ότι τα «δεδομένα» πλεονεκτούν και συγκροτούν κεφάλαιο που επανεπενδύεται σε μεθόδους, διαδικασίες και συστήματα, πρακτική που δεν προλαβαίνει η πολιτική, δεσμευόμενη από αρχές και κανόνες δημοκρατίας.

Πρόκειται, δηλαδή, για διαφορετικούς χρόνους και χρονικούς ορίζοντες, όπου ο τεχνοκρατικός χρόνος επιταχύνει και προγραμματίζει πιεστικώς για το μέλλον, ενώ ο πολιτικός χρόνος καρκινοβατεί εντός πλήθους δεσμεύσεων κοινωνικού χαρακτήρα. Οι «αγώνες» για την αντιμετώπιση αυτής της κατάστασης έχουν λόγους ύπαρξης και αναζητούν, ως είθισται, αποτελεσματικούς «οδηγούς χρήσης», που μάλλον σπανίζουν.

Στο μεταξύ, ο ανθρώπινος παράγοντας παρακολουθεί και δεν είναι βέβαιο ότι δεν συνηθίζει τον παραμερισμό του, γλείφοντας γλειφιτζούρια αντίστασης και πάλης.