Η Ελλάδα χρειάζεται σήμερα περισσότερο από ποτέ μια συντεταγμένη συλλογική προσπάθεια από την πλευρά της Πολιτείας αλλά και των επιχειρήσεων για να βγει επιτέλους η οικονομία και η κοινωνία από την ύφεση και την κρίση.
Χρειάζεται μια ριζική τομή με το χρεοκοπημένο αναπτυξιακό μοντέλο του χθες και μια ριζική στροφή προς την παραγωγική και μεταποιητική βιομηχανία, που μπορεί να διασφαλίσει ισχυρή, βιώσιμη και ισόρροπη ανάπτυξη και να δημιουργήσει ποιοτικές και σταθερές θέσεις εργασίας αξιοποιώντας το υψηλού επιπέδου ανθρώπινο δυναμικό και ειδικά τους νέους μας, που σήμερα μεταναστεύουν μαζικά, όχι από επιλογή αλλά από ανάγκη.
Κανένας από μηχανής θεός και καμία λύση για τη διαχειρισιμότητα του ελληνικού χρέους δεν πρόκειται να δημιουργήσει από μόνη της τις συνθήκες για την οριστική έξοδο από την κρίση εάν εμείς δεν αποφασίσουμε ΕΔΩ ΚΑΙ ΤΩΡΑ να δημιουργήσουμε τις συνθήκες και το πλαίσιο για μια σύγχρονη, εξωστρεφή και ανταγωνιστική βιομηχανία.
Η βιομηχανία μας (όση απέμεινε) επιβίωσε σε αντίξοες οικονομικές συνθήκες, χωρίς ρευστότητα, με πολύ υψηλότερο κόστος δανεισμού και πολύ υψηλότερο κόστος ενέργειας (ηλεκτρικής και φυσικού αερίου) έναντι των Ευρωπαίων ανταγωνιστών της.
Αντεξε, βέβαια, αλλά με πολύ μεγάλες οικονομικές ζημιές και με σημαντική μείωση θέσεων εργασίας.
Οι βιομηχανικές μας μονάδες συνέχισαν ακόμα και μέσα στην κρίση να επενδύουν στον εκσυγχρονισμό των εγκαταστάσεών τους με σκοπό την αύξηση της ενεργειακής αποδοτικότητάς τους, τη συνέχιση της προσπάθειας βελτίωσης του περιβαλλοντικού αποτυπώματός τους αλλά και τη δημιουργία νέων καινοτόμων γραμμών παραγωγής.
Δεν χρειάζεται λοιπόν μεμψιμοιρία. Οι ελληνικές βιομηχανικές μονάδες (όσες άντεξαν) είναι σύγχρονες, εφάμιλλες και σε κάποιες περιπτώσεις καλύτερες από τις αντίστοιχες ευρωπαϊκές.
Εχουν όλες τις προϋποθέσεις να αυξήσουν την παραγωγή τους, να επενδύσουν, να δώσουν δουλειές κι ελπίδα σε χιλιάδες μορφωμένους νέους ανθρώπους που αναζητούν τις τύχες τους στο εξωτερικό.
Σημαντικός παράγων για τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας της βιομηχανίας είναι το μη ανταγωνιστικό κόστος ενέργειας συγκρινόμενο με εκείνο των Ευρωπαίων ανταγωνιστών της.
Πελατειακές λογικές και εδραιωμένα συμφέροντα αντιστέκονται σθεναρά σε κάθε απόπειρα να λειτουργήσουν και στη χώρα μας ανταγωνιστικές αγορές ενέργειας, να εφαρμοστούν οι ευρωπαϊκές οδηγίες και κατευθυντήριες γραμμές και να σταματήσουν ή έστω να περιοριστούν δραστικά οι επιδοτήσεις στον χώρο της ενέργειας.
Πρόσφατο χαρακτηριστικό παράδειγμα, η εκστρατεία παραπληροφόρησης κατά του μέτρου της διακοψιμότητας που έχουν ξεκινήσει μεμονωμένοι επιχειρηματικοί φορείς παραγωγών φωτοβολταϊκών (Φ/Β), οι οποίοι, έχοντας εξασφαλίσει οι ίδιοι εγγυημένες υψηλές αμοιβές, θέτουν σε κίνδυνο τη βιωσιμότητα εκατοντάδων επιχειρήσεων και χιλιάδων θέσεων εργασίας.
Αδιαφορούν ακόμα και για τις επιπτώσεις των ενεργειών τους στη συνολική και συλλογική προσπάθεια της χώρας για ανάκαμψη και ανάπτυξη, αφού αποδεδειγμένα η διακοψιμότητα συνέβαλε καθοριστικά στην αύξηση της μεταποιητικής παραγωγής και συνακόλουθα των εξαγωγών και της ενίσχυσης της ανταγωνιστικότητας της χώρας τους τελευταίους μήνες.
Αντιδρούν στη διακοψιμότητα ενώ είναι γνωστό ότι οι υψηλές αμοιβές των μεγάλων Φ/Β θα επιβαρύνουν με 1 δισ. ευρώ τον απλό καταναλωτή για τα επόμενα 20 χρόνια και θα έχουν σοβαρό μερίδιο ευθύνης για τους απλήρωτους λογαριασμούς της ΔΕΗ.
Κι ενώ είναι επίσης γνωστό ότι τα μεγάλα Φ/Β είναι εκείνα που προκαλούν το πρόβλημα ευστάθειας στο ηλεκτρικό σύστημα της χώρας στην απογευματινή αιχμή, η αντιμετώπιση του οποίου στοιχίζει εκατοντάδες εκατομμύρια στον διαχειριστή του συστήματος.
Είναι η ώρα να πούμε αλήθειες. Πόσες μόνιμες θέσεις εργασίας προσφέρουν τα μεγάλα Φ/Β; Ποιες είναι οι αμοιβές που ισχύουν σε όλη την υπόλοιπη Ευρώπη; Πόσα Φ/Β και πότε προέβλεπε ο ενεργειακός μας σχεδιασμός; Γιατί ολόκληρη η χώρα θα πρέπει να συνεχίζει να πληρώνει βαρύ τίμημα για μεμονωμένες λανθασμένες επιχειρηματικές επιλογές;
Αυτή είναι και η μεγάλη διαφορά και η ιδιαίτερη προστιθέμενη αξία της μεταποιητικής και βιομηχανικής δραστηριότητας: η ανάπτυξή τους επιστρέφει κέρδη στην οικονομία, στα δημόσια έσοδα και στην κοινωνία.
Τι περιμένει η βιομηχανία από την Πολιτεία;
Η απάντηση είναι πολύ απλή: τα όποια μέτρα εφαρμόζονται να έχουν βάθος χρόνου. Το πλέον χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το μέτρο της διακοψιμότητας που εφαρμόστηκε για μόλις 1,5 χρόνο και λήγει σε 9 μήνες, ενώ είχε εγκριθεί για 3 χρόνια. Η πραγματικότητα είναι σκληρή.
Εάν η Πολιτεία δεν προωθήσει σήμερα αίτημα παράτασης του μέτρου της διακοψιμότητας μέχρι να εφαρμοστεί ο μόνιμος μηχανισμός επάρκειας ισχύος, τότε οι μηχανές θα φρενάρουν ξανά.
Εμείς, ως ΕΒΙΚΕΝ (Ενωση Βιομηχανικών Καταναλωτών Ενέργειας), επιμένουμε. Το διακύβευμα είναι η ίδια η έξοδος της χώρας από την ύφεση και την κρίση. Για να το πετύχουμε, η διατήρηση και η ενίσχυση του βιομηχανικού ιστού αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση.
* μέλος Δ.Σ. της Ενωσης Βιομηχανικών Καταναλωτών Ενέργειας
