Αγγέλικα Ψαρρά
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Κακά τα ψέματα. Οι εξελίξεις των τελευταίων ημερών δεν αφήνουν και πολλά περιθώρια ενασχόλησης με ζητήματα που -υποτίθεται πως- κινούνται στο περιθώριο των κεντρικών προβλημάτων της συγκυρίας.

Ετσι, ελάχιστες υπήρξαν οι αυθεντικές αντιστάσεις στην εγκληματική δημοσιοποίηση προσωπικών επιστολών ανώτατου δικαστικού.

Η αρχική αχρειότητα υιοθετήθηκε σιωπηρά από δημοσιογράφους και πολιτικούς, ενώ η αναπαραγωγή της συνοδεύτηκε συστηματικά όσο και υποκριτικά από την καταδίκη της.

Διεκπεραιωτική και μάλλον αμήχανη, η σχετική παρέμβαση του υπουργείου Δικαιοσύνης δεν στάθηκε ικανή να αναδείξει τη βαρύτητα του ατοπήματος.

Και έπρεπε να περάσουν άλλες δέκα μέρες προτού ενδιαφερθεί και η αρμόδια Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα.

Μόνο που το κακό είχε γίνει και αμφιβάλλω αν κάποτε κληθεί κάποιος να απολογηθεί γι᾽ αυτό.

Καταπώς φαίνεται, η αισχρή παραβίαση της προσωπικής ζωής ενός πολίτη έγινε αντιληπτή -και δικαιολογήθηκε- ως παράπλευρη απώλεια του πολέμου για τις τηλεοπτικές άδειες, ενός πολέμου που οι αντιμαχόμενες πλευρές τον θέλησαν ολοκληρωτικό.

Ουδεμία πρωτοτυπία: βολικός καθότι εύπλαστος, ο ορισμός του δημόσιου συμφέροντος επιτρέπει κατά καιρούς τη «διαρροή» πάσης φύσεως πληροφοριών, ανάμεσά τους και εκείνων που αφορούν εξαιρετικά ευαίσθητες πτυχές της ιδιωτικότητας των πολιτών.

Είναι προφανές ότι η διάχυση «ειδήσεων» αυτής της κατηγορίας δεν επηρεάζει μόνο τους άμεσα θιγόμενους.

Η εξοικείωση με «αποκαλύψεις» που αφορούν την προσωπική, συνήθως ερωτική, ζωή του επιλεγμένου στόχου μάς μεταμορφώνει σε περίτρομους ηδονοβλεψίες, καθώς «μας καθιστά όλους “εκβιάσιμους”», για να δανειστώ τη διατύπωση της Ενωσης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου.

Κατά την Ενωση, «η επιταγή για συμμόρφωση μέσω μιας αόρατης και διαρκούς απειλής διαπόμπευσης και εξευτελισμού αρμόζει σε άλλες κοινωνίες, σε άλλες εποχές, σε άλλα καθεστώτα», εφόσον ο εθισμός στην αξιοποίηση νόμιμων ή παράνομων παρακολουθήσεων κατά το δοκούν είναι αδιανόητος σε μια δημοκρατική κοινωνία.

Καίριες οι επισημάνσεις, κάνουν ακόμη πιο ηχηρή τη σιγή των δημοσιογραφικών ενώσεων για ένα ζήτημα που ασφαλώς και (θα όφειλε να) τις αφορά.

Κενό γράμμα και πάλι οι Αρχές Δεοντολογίας του Δημοσιογραφικού Επαγγέλματος, κι ας εντέλλονται -ή, μήπως, απλώς επαγγέλλονται;– τον σεβασμό της προσωπικότητας, της αξιοπρέπειας και του απαραβίαστου της ιδιωτικής ζωής (άρθρο 2β).

Ούτως ή άλλως, στην εποχή της διαδικτυακής ενημέρωσης, οι λειτουργοί του Τύπου έχουν την άνεση να τηρούν τα προσχήματα και να μεταφέρουν μισερή την προβληματική είδηση, ωθώντας εμμέσως πλην σαφώς τους φιλοπερίεργους αναγνώστες τους να ανατρέξουν στο τάμπλετ τους για ονόματα και διευθύνσεις.

Στο σημείο αυτό, έχει νόημα, πιστεύω, να αναρωτηθούμε κατά πόσον βρισκόμαστε μπροστά σε ένα φαινόμενο που θυμίζει άλλους καιρούς, όπως υποστηρίζει η Ενωση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, φαινόμενο «άκρως νοσηρό που συνδέεται με μεθόδους που μετέρχονται φασιστικά καθεστώτα», όπως αναφέρουν στη δική τους ανακοίνωση δύο δικαστικές ενώσεις.

Σκέφτομαι πως θα ήταν πιο γόνιμο να επιχειρήσουμε να εντάξουμε το πρόβλημα στη συγχρονία του, να μην αρκεστούμε δηλαδή να το κατανοήσουμε ως περιστασιακή παλινδρόμηση σε πρακτικές που χαρακτήρισαν κάποιες σκοτεινές εποχές.

Πώς αλλιώς θα μπορούσαμε εξάλλου να αντιληφθούμε το βάρος των ανατροπών που συνεπάγεται η διάδοση της ηλεκτρονικής πρόσβασης στην αναζήτηση και ανταλλαγή πληροφοριών;

Ασφαλώς και η υπόθεση έχει την προϊστορία της. Και τους σταθμούς που τη σημάδεψαν: τον Γιώργο Καρατζαφέρη με τις φωτογραφίες της Δήμητρας Λιάνη στα τέλη της δεκαετίας του ᾽80, τα πρωτοσέλιδα της «Αυριανής» στις αρχές της δεκαετίας του ᾽90, τις εκπομπές του Μάκη Τριανταφυλλόπουλου στο τέλος της, τον Θέμο Αναστασιάδη και το DVD Ζαχόπουλου λίγα χρόνια αργότερα.

Ενδεικτική η απαρίθμηση, αδικεί τους λοιπούς πρωτεργάτες του είδους, καθώς και τους πολλούς μιμητές τους.

Ας συγκρατήσουμε, πάντως, ότι το συγκεκριμένο είδος «αποκαλυπτικής» δημοσιογραφίας είχε στις περισσότερες περιπτώσεις πολιτική στόχευση, καθώς και ότι πολύ συχνά απαίτησε τη συνέργεια πρόθυμων πολιτικών και δαιμόνιων δημοσιογράφων.

Στο γύρισμα του αιώνα, η μετάβαση στα νέα (και) δημοσιογραφικά ήθη είχε ήδη συντελεστεί: στις εκλογές του 2000 οι ψηφοφόροι είχαν πλέον διδαχθεί ότι δικαιούνται να γνωρίζουν κάθε πτυχή της ιδιωτικής ζωής εκείνων που θα τιμούσαν με την προτίμησή τους «τις ιδιαιτερότητές τους», για να θυμηθώ το ιδιόλεκτο της εποχής.

Και, κυρίως, είχαν εθιστεί σε δημόσιους λόγους που συνδύαζαν αριστοτεχνικά την ηδονοβλεψία με την ακραία ηθικολογία: χάρη στην τρέχουσα τότε νοηματοδότηση του «δημόσιου συμφέροντος», η διαπόμπευση «επώνυμων» και μη πολιτών συνιστούσε πατριωτική κίνηση υπεράσπισης της οικογενειακής ηθικής, οπότε και της εθνικής επιβίωσης.

Δεκαέξι χρόνια μετά, το πρόβλημα δεν είναι τόσο η μακροημέρευση, σε μεγάλο βαθμό διαδικτυακή, των γνήσιων εκφραστών της συγκεκριμένης δημοσιογραφικής σχολής.

Κι ας προαναγγέλλει η «Ζούγκλα» ότι σύντομα θα αποκαλύψει («με το μαλακό», «για να μη λιποθυμήσουμε») τις ερωτικές περιπέτειες ενός ακόμη δικαστικού.

Εκείνο που θα άξιζε να συζητηθεί είναι η ανομολόγητη συναίνεση παραγωγών και καταναλωτών των ειδήσεων σε μεθόδους και πρακτικές που, επισήμως, οι πάντες απορρίπτουν ως αντιδεοντολογικές, ανήθικες και κατάπτυστες.

Το πρόσφατο κρούσμα θα μπορούσε να είναι η αφορμή. Αλλά μάλλον ονειρεύομαι.