Οπως πάνε τα πράγματα, ο άλλοτε απαραίτητος ιστορικός του μέλλοντος κινδυνεύει να καταδικαστεί σε καταναγκαστική αεργία. Κανείς δεν προστρέχει στις υπηρεσίες του προκειμένου να διασφαλίσει τη μελλοντική δικαίωση παροντικών εκκρεμοτήτων. Κατάντησε περιττός.
Η εξέλιξη θα μπορούσε να θεωρηθεί ανακουφιστική, αν υπήρχαν ενδείξεις πως η καθημερινή πολιτικολογία δεν νιώθει πια την ανάγκη να αναθέτει στον καθ’ ύλην αρμόδιο ενός ακαθόριστου μέλλοντος καθήκοντα ειδικού δικαστή – ή μήπως ανώτατου κριτή;
Ούτως ή άλλως, η προσφυγή στην τελική απόφανση της ιστορίας, μόνιμη επωδός κάθε πολιτικής αντιπαράθεσης, λειτούργησε ανέκαθεν ως βολική ρητορική κοινοτοπία.
Αλλά δεν είναι η κενότητα του επιχειρήματος που κρύβεται πίσω από την αμφισβήτηση των μαγικών ιδιοτήτων του ιστορικού του μέλλοντος. Στην αποστράτευση τον οδηγούν οι πολιτικοί του παρόντος και η ρητή πρόθεσή τους να τον υποκαταστήσουν.
Είναι προφανές ότι η πολιτική κατάχρηση της ιστορίας δεν αποτελεί εφεύρημα των καιρών. Και είναι γνωστό πως και η παραμικρή απόπειρα αναθεώρησης των εθνικών μυθολογιών πυροδοτεί εδώ και δεκαετίες σφοδρές δημόσιες αντιπαραθέσεις. Από αυτές τις διαμάχες για την ιστορία μπορούμε ήδη να αντλήσουμε πολύτιμα συμπεράσματα.
Ανάμεσά τους και για τις αμιγώς πολιτικές στοχεύσεις πολλών από τις θέσεις που συγκροτούν τη λεγόμενη δημόσια ιστορία, τις αναγνώσεις δηλαδή του παρελθόντος που διακινούνται στον εκτός των ακαδημαϊκών τειχών δημόσιο χώρο.
Σήμερα, ωστόσο, γινόμαστε μάρτυρες μιας πρωτοφανούς συνύφανσης του πολιτικού λόγου με την ιστορία και τα υποτιθέμενα διδάγματά της.
Να οφείλεται άραγε στην τραυματική εμπειρία της κρίσης η προσκόλληση στα ερείσματα που προσφέρει η πίστη σε μια αναλλοίωτη στον χρόνο εθνική ταυτότητα; Ή μήπως παίζουν τον ρόλο τους και οι κλυδωνισμοί από τα απόνερα που σήκωσε η ανατροπή του πολιτικού σκηνικού με τις εκλογικές νίκες του ΣΥΡΙΖΑ;
Οπως και να’χει, οι ιστορικές αναφορές δεν συνιστούν πια για τους πολιτικούς ένα ακόμη ρητορικό δεκανίκι. Η ιστορία αναδεικνύεται σε καθημερινό πολιτικό διακύβευμα, καθώς η επίκλησή της συγκροτεί τον σκληρό πυρήνα κάθε αντιπολιτευτικού επιχειρήματος.
Η κυβέρνηση δεν ασκεί απλώς λανθασμένη πολιτική, ξεπουλάει τους ανεκτίμητους θησαυρούς της εθνικής κληρονομιάς: η Αριστερά είναι επικίνδυνη γιατί είναι ανιστόρητη.
Η κατηγορία εκπορεύεται τόσο από τα (πολύ) δεξιά όσο και από τα (πολύ) αριστερά, προκαλώντας πολιτικές αναδιατάξεις που καταλήγουν σε απρόβλεπτες συμπλεύσεις. Δεν συγκρούονται πια διαφορετικές προσεγγίσεις του παρελθόντος, απλώς οι υπερασπιστές της ιστορίας αντιμάχονται όσους την προδίδουν.
«Να γιατί σας κατηγορώ: Γιατί δεν έχετε συνείδηση Ιστορίας», διαβάσαμε προ ημερών στην ανεκδιήγητη ανοιχτή επιστολή που καθηγητής του Πανεπιστημίου έκρινε σκόπιμο να απευθύνει στην Μπέτυ Μπαζιάνα.
Την ώρα, πάντως, που ο εξαπατημένος ακαδημαϊκός δάσκαλος επέλεγε να μοιραστεί τις ματαιωμένες ελπίδες του με τη σύντροφο του πρωθυπουργού, πολιτικοί και δημοσιογράφοι ενός ευρύτατου πολιτικού φάσματος καλούσαν σε πανστρατιά προκειμένου να αποτρέψουν ακόμη μία απόπειρα αφελληνισμού της νέας γενιάς. Αυτή τη φορά, αφορμή στάθηκε η εξαγγελία κάποιων αλλαγών στη διδασκαλία των «εθνικά ευαίσθητων» μαθημάτων.
Την επίθεση σάλπισαν οι αρμόδιες επαγγελματικές ενώσεις, διαβλέποντας, μεταξύ άλλων πολλών και τραγικών, «αποσιώπηση της ουσίας του ελληνικού πολιτισμού», «αφανισμό της κλασικής παράδοσης» και «απορφανισμό της ελληνικής εκπαίδευσης από τις μεγάλες αξίες της αρχαίας ελληνικής γραμματείας».
Ακολούθησαν κραυγές ανείπωτης αγωνίας, δεξιές και αριστερές, καθώς γινόταν γνωστό ότι ο υπουργός Παιδείας αποφάσισε να διδάσκονται στο εξής συνοπτικά και, κυρίως, να μην εξετάζονται ορισμένες ιστορικές περίοδοι. «Σαν το κουνάβι, στο μουλωχτό, καταργεί στην ουσία την ελληνική ιστορία», ανέφερε ένα από τα πάμπολλα σχόλια που έβαλαν στο στόχαστρο τον Νίκο Φίλη. «Η αποδόμηση της αυτογνωσίας των Ελλήνων είναι απαραίτητη προϋπόθεση για να γίνουν ραγιάδες και να κάθονται σούζα».
Στο κλίμα αυτό, είναι δεδομένη η μοναξιά της ηγεσίας του υπουργείου Παιδείας, όταν αποτολμά αλλαγές στη διδασκαλία μαθημάτων από τα οποία οι πάντες μοιάζει να εξαρτούν τη μακροημέρευση της πολιτισμικής τους ταυτότητας.
Πόσο μάλλον που απέναντί της έχει και τον υπερευαίσθητο στα ζητήματα αυτά κυβερνητικό εταίρο. Ασφαλώς και δεν είναι αμελητέες οι προσπάθειες στελεχών του υπουργείου Παιδείας να πάρουν αποστάσεις από όσους επιδίδονται σε παραναγνώσεις του παρελθόντος για να υπηρετήσουν μικροπολιτικές ανάγκες του παρόντος.
Η στάση τους υπονομεύεται, ωστόσο, από την έμμονη προσκόλληση πολλών συντρόφων τους σε ό,τι ονομάστηκε ηθικό πλεονέκτημα της Αριστεράς.
Ας παρακάμψουμε τις ουσιοκρατικές συνηχήσεις ενός χαρίσματος που υποτίθεται ότι διαθέτουν (εκ φύσεως;) οι άνθρωποι της Αριστεράς. Κι ας μη δώσουμε ιδιαίτερη σημασία στα ολισθήματα του τύπου «είμαστε ποιοτικά διαφορετικοί», όπως διαβεβαίωνε πρόσφατα κορυφαίος υπουργός.
Σε κάθε περίπτωση, το ηθικό πλεονέκτημα παραπέμπει ευθέως στην ιστορία της Αριστεράς, εκφράζοντας την πεποίθηση ότι οι επίγονοι διαθέτουν ιδιότητες αντλημένες από τη μαρτυρική βιογραφία των προπατόρων.
Σκέφτομαι πως ο ΣΥΡΙΖΑ δεν μπορεί να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά την εργαλειακή χρήση της ιστορίας από τους αντιπάλους του με το να καταφεύγει στη ζεστασιά που του προσφέρει η αγιογραφική προσέγγιση του ίδιου του του παρελθόντος.
