Είναι κάποιοι μήνες τώρα που η δράση της αστυνομίας απασχολεί κατά καιρούς ξανά τη δημοσιότητα με όχι πολύ θετικό τρόπο, με πιο πρόσφατα περιστατικά την καταγγελία για απάνθρωπη και εξευτελιστική μεταχείριση στο Α.Τ. Ομόνοιας και τη χρήση χημικών σε βάρος διαδηλωτών συνταξιούχων.
Η παράνομη αλλά και συχνά εξαιρετικά βίαιη συμπεριφορά της αστυνομίας σε βάρος ομάδων πληθυσμού ή η ανοχή βίας τρίτων είναι ένα πάγιο πρόβλημα στην ελληνική πραγματικότητα εδώ και χρόνια: έχει προκαλέσει θύματα και έχει ποικιλοτρόπως επισημανθεί και καταγγελθεί δημόσια.
Επομένως, θα περίμενε κάποιος, ιδίως λαμβάνοντας υπόψη τα όσα είχαν προηγηθεί, ότι μια συνολική μεταρρύθμιση στην αστυνομία (αλλά και στη Δικαιοσύνη) θα ήταν από τις βασικές προτεραιότητες αυτής της κυβέρνησης και του ΣΥΡΙΖΑ.
Αν και είναι γεγονός ότι οι εσωτερικές αγκυλώσεις και οι αντιστάσεις που καλλιεργούνται σε αυτά τα συστήματα λειτουργούν σε βάρος κάθε μεταρρύθμισης, ωστόσο, είναι επίσης γεγονός ότι, 15 μήνες τώρα, δεν αποκομίσαμε την εντύπωση πως κυοφορείται κάποια μεταρρύθμιση, που να υπερβαίνει την οικονομική ατζέντα (εξοικονόμηση πόρων) ή την κινητικότητα του προσωπικού και να υπεισέρχεται στην ουσία της αστυνόμευσης και της διάρθρωσης της ΕΛ.ΑΣ.
Ταυτόχρονα, φοβάμαι ότι δεν υπάρχει και κάποια ιδέα για το τι θα μπορούσε να γίνει στην αστυνομία και έτσι ο καθένας βαφτίζει δήθεν αριστερό οτιδήποτε θα μπορούσε να είναι το αυτονόητο σε μια αστική δημοκρατία.
Προφανώς δεν υπάρχει δεξιά και αριστερή αστυνομία, καθώς η αστυνομία είναι λαϊκό σώμα και κατατάσσονται σε αυτήν πολίτες διαφορετικών πολιτικών προτιμήσεων (και σωστά), αλλά αριστερή αντίληψη για την αστυνομία υπάρχει και δεν θα ανακαλύψουμε τον τροχό. Αλλο εάν δεν θέλουμε να το συζητήσουμε.
Για παράδειγμα, η πρόταση συγκρότησης μιας δημοκρατικής αστυνομίας έρχεται από τη ριζοσπαστική ρεαλιστική Εγκληματολογία (τι μαθαίνουν γι’ αυτά στις Σχολές Αστυνομίας;) και θεμελιώνεται σε αρχές, όπως π.χ. δημόσια λογοδοσία, κατοχύρωση των δικαιωμάτων και της ασφάλειας των αστυνομικών, καλλιέργεια επαγγελματισμού, διασφάλιση της νομιμότητας σε όλο το φάσμα της ιεραρχίας, διαφάνεια στη λήψη αποφάσεων με άξονα τη νομιμότητα και την κοινωνική ειρήνη κ.λπ.
Στο πλαίσιο αυτό, η αστυνομία έχει ως αποστολή να προστατεύει και να υπηρετεί όλους τους ανθρώπους που βρίσκονται στη χώρα, να τους παρέχει πληροφορίες, να τους ακούει δημόσια.
Προτάσεις υπάρχουν πολλές, το θέμα είναι εάν θα αποφασίσει η κυβέρνηση και ο ΣΥΡΙΖΑ να δει σοβαρά το ζήτημα των μηχανισμών καταστολής.
Διότι δεν φτάνει να αναλαμβάνει ένας υπουργός την πολιτική ευθύνη, ούτε να παραιτείται για να έρθει ένας άλλος καλύτερος ή χειρότερος, που όμως δεν θα έχει αντίληψη για το πρόβλημα ή θα έχει απόψεις του 1980.
Δεν είναι θέμα προσώπων μόνον: είναι θέμα πολιτικής βούλησης (και μέσα στην αστυνομία), να προχωρήσει μια ριζική αλλαγή στο αστυνομικό σύστημα της χώρας, στην κατεύθυνση που προαναφέρθηκε, λαμβάνοντας υπόψη τις ανάγκες και τα χαρακτηριστικά της αστυνομίας στην Ελλάδα και όχι μετεμφυτεύοντας αυτούσια μοντέλα από άλλες χώρες σε ένδειξη μεγαλοπρεπούς επαρχιωτισμού: κάποτε σε αυτήν τη χώρα θα πρέπει να αποκτηθεί η πολιτική αυτοπεποίηθηση, ώστε όταν προτείνεται μια μεταρρύθμιση να μην είναι αίρεση για την εξέτασή της το γεγονός ότι έρχεται από το «εξωτερικό», αλλά ότι λαμβάνει υπόψη (και) την ελληνική πραγματικότητα.
Διαφορετικά, οι παραινέσεις περί κατάργησης της χρήσης χημικών κατά εργαζόμενων και συνταξιούχων (δηλαδή στους φοιτητές να γίνεται χρήση κατά βούληση;) μόνον ερωτήματα προκαλούν και δίνουν χώρο σε δεξιές «κορόνες» περί τάξης.
* Καθηγήτρια Εγκληματολογίας και Αντεγκληματικής Πολιτικής ΔΠΘ
