Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Βρίσκομαι στην καρδιά του κτήνους, αλλά δεν προσεύχομαι στον Θεό. Αναλογίζομαι τις αναπαραστάσεις που το ανθρώπινο είδος προσπάθησε να αποδώσει στον Μύθο του Ιωνά, στην τριήμερη απελπισία του, που δεν έγινε ποτέ προσωπικός αγώνας ώστε να γδάρει τις παλάμες του προς τη διαφυγή, αλλά σωτηρία «από πάνω».

Προσεύχομαι στον Ανθρωπο. Στις λέξεις του που είχα ξεχάσει πόσο μπορούν να με συγκινούν.

Αυτός ο Ανθρωπος μπορεί να με κάνει να ξαναπιστέψω, συλλογίζομαι.

Τον λένε Τζαμάλ Τζόζεφ. Φέτος, καθώς συμπληρώνονται 50 χρόνια από τη γέννηση του κινήματος των Μαύρων Πανθήρων, ο Τζαμάλ που ‘κανε φυλακή, καθηγητής στο Κολούμπια σήμερα, στέκεται στο βήμα και μιλά.

Στην πραγματικότητα δεν μιλά. Θυμάται. Ισως γι’ αυτό οι λέξεις του έχουν γνησιότητα.

Τη νύχτα εκείνη που ξέσπασαν οι ταραχές στο Χάρλεμ, το κυνηγητό, τις δολοφονίες, κάτι σκοτεινούς αγγέλους με πέτσινα που όρθωσαν το ανάστημά τους απέναντι στους ένστολους και τον προστάτευσαν, την έντρομη επιστροφή στο σπίτι και τη δακρυσμένη σιωπή της γιαγιάς, που τον πήρε στην αγκαλιά της δίχως να του κάνει παρατήρηση ακούγοντας στην τηλεόραση τις δολοφονίες μαύρων παιδιών από σφαίρες…

Λίγες ημέρες μετά ο Τζαμάλ θα έφτανε στα γραφεία των Μαύρων Πανθήρων, ακόμη ένας σταθμός στη μακριά σειρά των έκπτωτων που θέλησαν να πάρουν τη σωτηρία τους μόνοι, πλάθοντας το μέτρο της ηθικής στο ύψος της ελευθερίας πράξεων και επιλογών.

Ετρεμε όσο περίμενε καθώς οι συνομήλικοί του, πιο πολύ φοβισμένοι οι ίδιοι, ψιθύριζαν τις φήμες πως για να γίνεις μέλος έπρεπε να δολοφονήσεις έναν λευκό.

Οταν η πόρτα του γραφείου άνοιξε, ο Τζαμάλ έκανε το πρώτο βήμα που θα τον οδηγούσε στην κατανόηση πως ο αγώνας δεν θα ήταν φυλετικός ή θρησκευτικός αλλά ένας ταξικός αγώνας για τα πανανθρώπινα δικαιώματα. Ενα αμφιθέατρο χειροκροτεί: τη λέξη «ταξικός». Κοιτάζω γύρω μου.

Η ίδια η διαδρομή του Τζαμάλ, oι σχεδόν δωρεάν συγκοινωνίες για ανθρώπους άνω των 62, για ανάπηρους άνεργους ή βετεράνους, η κατοχή θεμελιακών τομέων από το Δημόσιο, μαζί με αυτό το χειροκρότημα με κάνουν να σκεφτώ πως η Αμερική (παρά τα απίστευτα λάθη των ηγετικών κύκλων της στην εξωτερική πολιτική, παρά τις τεράστιες αντιφάσεις και ανισότητες κι ένα αποχαυνωμένο κατά τόπους κοινό) είναι για τα δεδομένα του βαριά αρρωστημένου καιρού μας, τουλάχιστον επί Ομπάμα, το πιο σοσιαλιστικό (το πιο «κοινωνιστικό») κτήνος, όχι που μπορώ να σκεφτώ αλλά, που έχω γνωρίσει.

Σε πλήρη αντίθεση με την Ευρώπη των ημερών μας και φυσικά με τα κράτη του «υπαρκτού».

Ο Τζαμάλ σιωπά, 50 χρόνια μετά. «Ξέρετε, κανείς δεν μου ζήτησε να σκοτώσω λευκό».

Και συνεχίζει θυμίζοντας την ανεκτίμητη αξία των ανθρωπιστικών επιστημών στον καιρό της αγοράς, θυμίζοντας στην πραγματικότητα την ανεκτίμητη αξία τους στον καιρό ενός ραγδαία εξελισσόμενου εκφασισμού, όπου, όπως και τότε, στην «Πλάνη του Γερμανικού Αστισμού» (Τ. Μαν) θεωρήθηκε πως η Παιδεία δίχως πολιτική συνείδηση (δίχως τη συνείδηση απέναντι στην «Πόλη», στο συλλογικό «άλλο» που όμως προσωποποιείται απόλυτα και παίρνει το πρόσωπο που κάθε φορά συναντάς στην καθημερινότητα) θα μπορούσε να δημιουργήσει μια «ανώτερη ράτσα», ενώ το μόνο που δημιούργησε ήταν το είδος του απ-ανθρώπου που έκλαιγε όταν άκουγε Βάγκνερ και γέλαγε όταν σκότωνε παιδιά…

Κι ο Τζαμάλ, που ήταν ένα παιδί που θα μπορούσε εύκολα να σκοτώσει ο λευκός, ηθικός κόσμος τού τότε, συμπληρώνει χαμογελώντας με νόημα:

«Οταν ο τύπος στο γραφείο έβαλε όμως το χέρι στο συρτάρι, ήμουν σίγουρος πως θα μου ‘δινε ένα όπλο για να εκπαιδευτώ. Κι εκείνος έβγαλε και μου ‘βαλε στο χέρι ένα δεμάτι βιβλία».

«Αδερφέ! Νόμιζα πως θα με όπλιζες!» του είπε με την ορμή μιας παραπονεμένης κι έκπληκτης εφηβείας.

«Να με συγχωρείς αδερφέ! Μόλις το έκανα!» του απάντησε…

Είχα ξεχάσει πόσο οι λέξεις μπορούν να με κάνουν ακόμη να δακρύσω.

Τόσο μακριά από την πατρίδα κι από τους φθόγγους μιας γλώσσας μητρικής. Μα τόσο κοντά στην καρδιά.

Οχι του κτήνους. Μα του Ανθρώπου.

Ή έστω αυτού που θα έπρεπε, που θα μπορούσε ο Ανθρωπος να είναι.