Συναίνεση σημαίνει συμφωνία, οικειοθελή, για τη λήψη της προσφορότερης απόφασης με σκοπό τον προσπορισμό των περισσότερο δυνατών πλεονεκτημάτων για το καλό των εμπλεκόμενων μερών. Δύο, τουλάχιστον, μέρη έχουν τις απόψεις τους, τις καταθέτουν, κουβεντιάζουν, καταλήγουν κάπου και κινητοποιούνται για να πετύχουν τον στόχο τους.
Αυτό μπορεί να γίνει υπό τρεις όρους: Τα εμπλεκόμενα μέρη αποδέχονται ότι το έτερο έχει άποψη, όπως το ίδιο, που μπορεί να συζητηθεί. Αρα υπάρχουν περισσότερες της μιας άποψης, δεν υπάρχει μία αλήθεια. Δεύτερον, κανείς, όσο ισχυρός κι αν είναι, δεν παίζει μόνος, δεν ορίζει τους κανόνες του παιχνιδιού και δεν τους αλλάζει όπως θέλει. Τρίτον, πέρα από μας υπάρχει και ο άλλος, ο συνομιλητής, που συνεισφέρει στην τελική πρόταση.
Η συναίνεση προϋποθέτει την ύπαρξη του πολιτικού. Στον δημόσιο χώρο παίρνονται αποφάσεις για την κοινωνία ή μέρος της μετά από ισότιμο διάλογο. Πολιτικό σημαίνει ότι μια οργανωμένη κοινωνία αποφασίζει ως ενήλικη για την ίδια μέσω προβλεπόμενων διαδικασιών. Δεν είναι ετεροκαθοριζόμενη από αριθμητικά μικρές ισχυρές ομάδες ή από άλλες κοινωνίες. Εν τέλει, μέσω της συναίνεσης, και της θεσμοποίησης στην οποία απολήγει, γίνεται αναδιανομή δύναμης και εξουσίας.
Το πρόβλημα σ’ όλες τις κοινωνίες είναι η άνιση κατοχή δύναμης. Οι ισχυροί μπορούν να επιβάλλουν την άποψή τους ποικιλόμορφα ή να παράγουν ψευδεπίγραφη συναίνεση ακόμη και μετά από διάλογο ή διαβούλευση. Γι’ αυτό και συχνά οι κυριαρχούμενοι διστάζουν να προσέλθουν στο τραπέζι της διαπραγμάτευσης, φοβούμενοι ότι η επιδιωκόμενη συναίνεση μπορεί να επικυρώσει και θεσμικά την κυριαρχία των κυρίαρχων, να την αντικειμενικοποιήσει.
Οι δυτικές κοινωνίες, ιδιαίτερα οι ευρωπαϊκές, έχουν να επιδείξουν συναινέσεις σε αρκετά ζητήματα. Αυτό συνέβη ιδιαίτερα μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Χάρη στο κράτος πρόνοιας, την οικονομική ευημερία και τα κυβερνώντα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα, πολλές ευρωπαϊκές χώρες, ιδιαίτερα του Βορρά, για τριάντα χρόνια λειτούργησαν συναινετικά σε πολλά θέματα. Για να είμαστε ακριβέστεροι, η συναίνεση ήταν κατά βάση ενδοσυστημική, περιοριζόταν στα όρια του συστήματος.
Τα πράγματα άλλαξαν από τη δεκαετία του 1980. Εκτοτε συντελέστηκαν δύο τεράστιες αλλαγές: Οι ανισότητες διευρύνθηκαν δραματικά σε εθνικό και υπερεθνικό επίπεδο. Η δεύτερη αλλαγή, παράγωγο και προϊόν της πρώτης, είναι στη σκέψη. Κατίσχυσε, ουσιαστικά επιβλήθηκε, η μονολιθική σκέψη. «Δεν υπάρχει άλλη λύση» είναι το κυρίαρχο μοτίβο της. Ετσι, καταργείται η ίδια η σκέψη. Υπάρχει λόγος να σκεφτούμε αν δεν υπάρχει άλλη λύση; Αν δεν υπάρχει άλλη λύση, προς τι η συναίνεση; Σε τι να συναινέσουν δύο όταν η αλήθεια είναι μία, όταν ο άλλος εκ προοιμίου ψεύδεται ή είναι αφελής;
Κατάληξη; Μια κοινωνία δεν έχει λόγο να σκεφτεί, να προτείνει και να πάρει αποφάσεις, εφόσον όλα είναι μονόδρομος. Αρα δεν μπορεί να υπάρξει ως πολιτική οντότητα. Η δημοκρατία είναι στην καλύτερη περίπτωση χωρίς περιεχόμενο. Τις συνέπειες της αντίληψης αυτής τις έχουμε εισπράξει στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια, γι’ αυτό όλοι, ακόμη και κάποιοι που πίστευαν ότι το Μνημόνιο ήταν αναγκαίο, σήμερα μιλάνε για το τέλος του. Πέρα από τη συρρίκνωση της εθνικής κυριαρχίας, ήταν η πιο απτή και έμπρακτη απόληξη της προαναφερθείσης λογικής.
Αναντίρρητα, η συναίνεση δεν είναι οικεία στην πολιτική μας παράδοση. Πριν από το 1967, μέσω του δίπολου εθνικόφρονες/κομμουνιστές και συνοδοιπόροι δεν υπήρχε περιθώριο για τον άλλο. Αυτό συνεχίστηκε μετά το 1974 σε πιο ελαστική μορφή με διάφορα σχήματα, όπως Δημοκρατική Παράταξη/Δεξιά, πρακτική άμεσα συνδεδεμένη με την ιδιοποίηση του κράτους για τη συντήρηση πελατειακών σχέσεων. Μετά το 1990 ο άλλος έχασε το πολιτικό του πρόσημο, έγινε απλά αντι-εκσυγχρονιστής, ώσπου με το Μνημόνιο ακυρώθηκε τελείως ελλείψει -υποτίθεται- πρότασης.
Η εξέλιξη αυτή επέτρεψε στους μέχρι πρότινος ορκισμένους αντιπάλους, που έχασαν εν τω μεταξύ τις πολιτικές τους αναφορές, να συγκυβερνήσουν. Και ταυτόχρονα τους έδωσε το άλλοθι να κάνουν στην άκρη τους «αντι-μνημονιακούς». Πού χώρος για συναίνεση; Και να που το ζήτημα τίθεται σήμερα με νέους όρους. Αίφνης θυμηθήκαμε τους Ιρλανδούς, τους Πορτογάλους… Χρειάζεται συναίνεση; Προφανώς ναι. Αλλά η συναίνεση έχει τους κανόνες της. Πρώτο βήμα και καθοριστικότερο, η αναγνώριση του δικαιώματος του άλλου να έχει άποψη και με την ιδιότητα αυτή να θεωρηθεί συνομιλητής.
* Καθηγητής Πανεπιστημίου Πατρών
