Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Από τα πρώτα χρόνια μετά την κατάρρευση των καθεστώτων του υπαρκτού σοσιαλισμού στην Ανατολική Ευρώπη και πιο συγκεκριμένα το έτος 1991, τέσσερα ευρωπαϊκά κράτη, η Πολωνία, η Ουγγαρία, η Τσεχία και η Σλοβακία, οργανώθηκαν ως άτυπη ένωση (έχει επικρατήσει να ονομάζεται ένωση κρατών του Βίζεγκραντ), η οποία ανάγει την ύπαρξή της σε κοινούς γεωπολιτικούς, γεωστρατηγικούς σχεδιασμούς αλλά και ευρύτερους πολιτιστικούς και ιδεολογικούς προσανατολισμούς.

Η άτυπη αυτή ένωση έγινε ευρύτερα γνωστή στην ευρωπαϊκή πολιτική δημόσια σφαίρα με αφορμή το προσφυγικό ζήτημα κατά το τελευταίο διάστημα. Είναι γνωστή η κοινή στάση και των τεσσάρων κρατών.

Διαφοροποιούνται είτε ρητά, όπως συμβαίνει στην περίπτωση της Ουγγαρίας (διοργανώνεται στην Ουγγαρία δημοψήφισμα για το προσφυγικό ζήτημα την 2α Οκτωβρίου 2016) είτε εμμέσως σε σχέση με τις αποφάσεις των Βρυξελλών για τους πρόσφυγες.

Θα πρέπει να σημειώσουμε ότι τα τέσσερα αυτά ευρωπαϊκά κράτη, ως κοινωνικές συλλογικότητες και ως συνειδησιακές οντότητες, κατέχουν μια ιδιαίτερη θέση στον ευρωπαϊκό χώρο. Και εάν θέλουμε να συνοψίσουμε σε μία λέξη-κλειδί την ιδιαιτερότητά τους εντός της Ευρώπης, αυτή η λέξη δεν είναι άλλη από τον όρο αντιευρωπαϊσμός.

Στην περίπτωση των κρατών του Βίζεγκραντ δεν έχουμε να κάνουμε με στάσεις ή ιδέες και αντιλήψεις που ανάγονται στον ευρωσκεπτικισμό. Δεν έχουμε να κάνουμε με επιφυλάξεις σχετικά με τις ευρωπαϊκές ιδέες ή το ευρωπαϊκό σύστημα αξιών ή ακόμη και με τις διαδικασίες που ακολουθούνται για την επίτευξη των στόχων στην Ευρώπη.

Οπως θα φανεί στη σύντομη ανάλυσή μας, η πολιτική, πολιτιστική, πνευματική και ιδεολογική εξέλιξη αυτών των κοινωνιών διαμόρφωσε τις πραγματολογικές προϋποθέσεις για να μετατραπούν αυτές οι ίδιες οι κοινωνίες σε κλειστές οντότητες.

Η μεταπολεμική πολιτική και πνευματική ιστορία των κοινωνιών αυτών μέχρι τις μέρες μας περιλαμβάνει τρεις φάσεις: η πρώτη φάση εκτείνεται από το τέλος του πολέμου μέχρι την κατάρρευση του κρατικού σοσιαλισμού (1945-1989), η δεύτερη φάση συμπίπτει με την περίοδο της προσαρμογής στα δεδομένα του καπιταλισμού (οικονομικό σύστημα) και της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας (πολιτικό σύστημα) και διαρκεί μέχρι την ένταξή τους στην Ευρωπαϊκή Ενωση (1989-2004) και η τρίτη φάση είναι αυτή η περίοδος, την οποία τώρα διανύουμε και είναι η φάση της συνύπαρξης με τους ευρωπαϊκούς θεσμούς.

Κάθε ιστορική φάση έχει τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της και αυτά τα γνωρίσματα διαμορφώνουν τις κοινωνίες ως συνειδήσεις.

Κατά την πρώτη φάση δύο είναι τα χαρακτηριστικά δεδομένα: και το πολιτικό σύστημα και το οικονομικό σύστημα έχουν τεθεί υπό τον πλήρη έλεγχο και την επιτήρηση του «ηγεμόνα». Η πολιτική εξουσία ταυτίζεται πλήρως με τον ολοκληρωτικό έλεγχο και την επιτήρηση της ελευθερίας του ατόμου.

Από τη άλλη, η ίδια η κοινωνία μετασχηματίζεται σε «κοινωνία πολιτών» και καθίσταται πηγή κοινωνικής αντίστασης στην ολοκληρωτική και αυταρχική πολιτική εξουσία. Η Πολωνία, η Ουγγαρία, η ενιαία Τσεχοσλοβακία κατά την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου καθίστανται ως κοινωνίες τα σύμβολα αντίστασης κατά του αυταρχικού «υπαρκτού σοσιαλισμού» και ευαγγελίζονται τον σοσιαλισμό με ανθρώπινο πρόσωπο.

Απ’ αυτή την πρώτη μεταπολεμική φάση της ιστορικής τους εξέλιξης οι κοινωνίες αυτές κουβαλάνε μια ανεξαργύρωτη πολιτική περιουσία: τη συγκρότησή τους ως «κοινωνίες πολιτών», οι οποίες ανέτρεψαν τα αυταρχικά καθεστώτα.

Το εύλογο ερώτημα που τίθεται είναι το εξής: Μετά τις «βελούδινες επαναστάσεις» (μετά τις «επαναστάσεις της αποκατάστασης, για να χρησιμοποιήσουμε τον δόκιμο όρο του Habermas) τι απέγινε η πολιτική περιουσία της «κοινωνίας των πολιτών»;

Οι κοινωνίες αυτές μετά το έτος-τομή 1989 μετατράπηκαν σε πεδία μάχης ανάμεσα στον αχαλίνωτο καπιταλισμό και σε μια μορφή στοιχειωδώς συγκροτημένης αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας.

Με άλλα λόγια, τα δύο θεμελιώδη κοινωνικά συστήματα (το οικονομικό και το πολιτικό) επαναδομούνται όχι με άξονα τον στόχο της «κοινωνίας των πολιτών» (τη διαλεκτική σχέση ανάμεσα στην αγορά και το κράτος), αλλά στο πλαίσιο της απολυταρχικής οργάνωσης των δύο συγκροτησιακών μέσων τους, δηλαδή του χρήματος και της εξουσίας.

Από ιστορικής απόψεως οι κοινωνίες αυτές δεν οδηγήθηκαν προς την κοινωνική απελευθέρωση μετά την κατάρρευση του κρατικού σοσιαλισμού, αλλά έπεσαν στην παγίδα ενός νέου καθεστώτος απολυταρχίας και στο οικονομικό και στο πολιτικό επίπεδο.

Για τις εξελίξεις αυτές αξίζει κανείς να μελετήσει το αποκαλυπτικό βιβλίο του συναδέλφου Philipp Ther (είναι καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Βιέννης, στο Ινστιτούτο Ιστορίας των Ανατολικοευρωπαϊκών Χωρών) με τον τίτλο: «Η νέα τάξη στην παλιά ήπειρο. Μια ιστορία της νεοφιλελεύθερης Ευρώπης» (2014). Ο άνεμος του νεοφιλελευθερισμού που φύσηξε σ’ αυτές τις χώρες ξερίζωσε τα πάντα.

Υποθέτω ότι δεν έχει ξεριζώσει τις συνειδήσεις των ανθρώπων. Τη δίψα του για ελευθερία!

Οι ανατολικοευρωπαϊκές κοινωνίες, των οποίων οι «ηγεμόνες» έχουν οργανωθεί ως ένωση του Βίζεγκραντ, βιώνουν, όπως εξάλλου όλες οι ευρωπαϊκές κοινωνίες, την παγωνιά και το ψύχος του καθεστώτος του νεοφιλελευθερισμού. Μετά το έτος 2004 τα κράτη αυτά έγιναν μέλη της Ευρωπαϊκής Ενωσης και κατά συνέπεια βιώνουν και αυτά την κρίση με τον τρόπο τους.

Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι ούτε οι πολίτες στην Πολωνία ούτε οι πολίτες στην Τσεχία επιθυμούν να αποκτήσουν το ευρώ ως νόμισμα στις συναλλαγές τους. Και οι δύο αυτές χώρες ως εθνικά κράτη συνορεύουν με τη Γερμανία και μπορεί ο καθένας μας να αναπαραστήσει στο μυαλό του τις καθημερινές συνήθειες των κατοίκων των μεθοριακών περιοχών.

Τα κράτη της ένωσης του Βίζεγκραντ κρατούν αποστάσεις από τις Βρυξέλλες, επειδή οι ευρωπαϊκοί θεσμοί διπλασιάζουν τον δικό τους απολυταρχισμό. Δεν θα πρέπει όμως να καταφύγουμε σε αιτιοκρατικά ερμηνευτικά σχήματα, για να κατανοήσουμε τις πολύπλοκες και περίπλοκες σχέσεις των κρατών του Βίζεγκραντ με την τεχνοκρατική Ευρώπη.

Σαφέστατα υφίσταται διαφορά ανάμεσα στον Γιούνκερ, ο οποίος επιχειρηματολογεί για την υπέρβαση των συνόρων, και τον Ορμπάν (τον πρωθυπουργό της Ουγγαρίας) ο οποίος υψώνει τείχη. Οι διαφορές όμως τέτοιου τύπου θα είχαν νόημα εάν η Ευρώπη ήταν μια εταιρεία ή μια επιχείρηση και θα έπρεπε οι διαχειριστές της να συμφωνήσουν ή να διαφωνήσουν για τον καταμερισμό εργασίας ή τον πληθυσμό των εργαζομένων.

Ομως η Ευρώπη, για όλους εμάς τους Ευρωπαίους πολίτες, είναι αυτό που μας δίδαξε ο Χούσερλ (Γερμανός φιλόσοφος, 1859-1938): υποστασιοποιεί τη συνείδηση της οικουμένης. Και εμείς αγωνιζόμαστε για το άνοιγμα των συνόρων, για την ενίσχυση της δημοκρατίας, για τον έλεγχο του καπιταλισμού.

* καθηγητής Πολιτικής Φιλοσοφίας στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης