Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Προ ολίγων ημερών στέλεχος της κυβέρνησης έστειλε στον αρμόδιο για ρατσιστικά εγκλήματα εισαγγελέα τις πρόσφατες δηλώσεις γνωστού για τις ακραίες θέσεις του ιεράρχη, προκειμένου να διερευνηθεί η τυχόν, μέσω αυτών, τέλεση αξιόποινων πράξεων.

Η πρωτοβουλία αυτή αντιμετωπίστηκε από πολλούς με ικανοποίηση, ενώ κάποιοι έσπευσαν να τη χαιρετίσουν ως «ιστορικής σημασίας». Από τη μεριά μου, ωστόσο, θα ήθελα να εξηγήσω εδώ σύντομα γιατί θεωρώ την ιδέα να τιμωρείται ποινικά ο μισαλλόδοξος λόγος, στη χώρα μας όπως και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, ηθικά και πολιτικά ατυχή.

Για να μην παρεξηγηθώ, ας ξεκαθαρίσω εξ αρχής τι εννοώ ως μισαλλόδοξο λόγο:

Δεν εννοώ τις φραστικές εκείνες συμπεριφορές με μισαλλόδοξο ή ρατσιστικό περιεχόμενο, που αποβλέπουν να προσβάλλουν το πρόσωπο στο οποίο απευθύνονται. Αυτές θα τιμωρούνταν έτσι κι αλλιώς ως εγκλήματα κατά της τιμής. Το γεγονός δε ότι έχουν ρατσιστικό κίνητρο ή περιεχόμενο ορθά επιβάλλει να τιμωρούνται βαρύτερα.

Αναφέρομαι, αντίθετα, σε όλες εκείνες τις δημόσιες κρίσεις και τοποθετήσεις που εμφανίζουν τον ξένο, τον άλλο, τον διαφορετικό ως υποδεέστερο ή επικίνδυνο απλά και μόνον επειδή αυτός είναι ξένος, άλλος, διαφορετικός.

Τέτοιες θέσεις αποπνέουν μια αντίληψη για τον συνάνθρωπο και τον συμπολίτη θλιβερή και ανάξια του πολιτισμού μιας δημοκρατίας. Οταν μάλιστα προέρχονται από πρόσωπα που χαίρουν κοινωνικού κύρους και προβάλλονται ευρέως από τα μέσα δημόσιας επικοινωνίας μπορεί πράγματι να ασκήσουν σοβαρή επιρροή στο κοινό.

Σε συνθήκες δε κοινωνικής έντασης, σαν αυτή που δημιουργεί η βαθιά κοινωνική και οικονομική κρίση, ενδέχεται να εμφυσήσουν σε αυτό μια εχθρική ή πάντως αρνητική στάση απέναντι στον άλλο, να υποκινήσουν, όπως λέγεται, φυλετικό μίσος.

Γι’ αυτό πολλοί είναι αυτοί που, ανήσυχοι για την εξάπλωση της μισαλλοδοξίας, θεωρούν ότι τέτοιες συμπεριφορές πρέπει να αποτρέπονται με την απειλή του ποινικού κολασμού.

Αν μη τι άλλο, λένε, μόνον έτσι θα κοπεί η αιτιώδης σχέση μεταξύ διακήρυξης τέτοιων αντιλήψεων και μετατροπής τους σε έμπρακτες προσβολές δικαιωμάτων από αστόχαστα ή θερμοκέφαλα ακροατήρια.

Κατ’ ορισμένους μάλιστα, ακόμη και αν η διάδοση των μισαλλόδοξων απόψεων δεν επιφέρει άμεσα ή από μόνη της προσβολές δικαιωμάτων τρίτων, όταν διενεργείται δημόσια με μαχητικό, επιθετικό ή οχληρό τρόπο, λ.χ. με υβριστικά συνθήματα που στρέφονται αφηρημένα κατά μιας φυλετικής ή θρησκευτικής ομάδας, υπονομεύει τη βεβαιότητα που πρέπει να καλλιεργεί μια δημοκρατία στους πολίτες της ότι τα θεμελιώδη τους δικαιώματα είναι εγγυημένα.

Μια εύτακτη πολιτεία, πιστεύουν, δεν εγγυάται απλώς τα δικαιώματα, αλλά διασφαλίζει και την εντύπωση ότι πράγματι το κάνει.

Μια δημοκρατία, όμως, που σέβεται τον εαυτό της, τιμωρεί μόνο πράξεις. Δεν τιμωρεί λόγια που απλώς υποδαυλίζουν αρνητικά αισθήματα ή πικραίνουν τους αποδέκτες τους.

Αν πρέπει να κάνει κάτι τέτοιο, αυτό θα ήταν επιτρεπτό μόνο στις ιδιαίτερες εκείνες περιπτώσεις που τα λόγια αυτά, υπό συγκεκριμένες περιστάσεις, προκαλούν σαφή και ενεστώτα κίνδυνο για τα δικαιώματα των άλλων και την κοινωνική ειρήνη, όταν δηλαδή μπορούν εύλογα να θεωρηθούν υποκίνηση εγκληματικών ενεργειών.

Εν όψει των σημερινών περιστάσεων, πολλοί θα θεωρήσουν όσα γράφω εδώ μια ριψοκίνδυνη πολυτέλεια, μια αδικαιολόγητη ευαισθησία για το δικαίωμα δυσανεκτικών και κακόβουλων ανθρώπων να εκφράζονται ελεύθερα.

Στο κάτω κάτω το να εκφράζεσαι είναι κάτι που κάνεις, είναι δηλαδή μια συμπεριφορά, μια πράξη, και άρα, όπως κάθε πράξη, μπορεί να χρειάζεται να περιοριστεί χάριν της ομαλής συμβίωσής μας και του κοινού καλού. Γι’ αυτό και το να επικαλείται κανείς σήμερα την προσωπική αυτονομία του κάθε μισαλλόδοξου ή την αξία που και αυτός ακόμη έχει ως πρόσωπο πράγματι δεν ακούγεται πειστικό.

Ξεχνάνε όμως όσοι θέλουν να τιμωρείται ο μισαλλόδοξος λόγος ότι, αν η ελευθερία του λόγου στη δημοκρατία έχει θεμελιώδη σημασία, αυτό δεν συμβαίνει επειδή ακόμη και η πιο απεχθής γνώμη έχει κάτι να μας πει ή σε κάτι καλό να συμβάλει. Ξέρουμε ότι μόνο κακία και ψεύδος έχουν τα λόγια των ρατσιστών. Δεν χάνουμε δα και κάτι αν δεν τα ακούσουμε.

Το να σπεύδει όμως κάποιος να μας εμποδίσει να ακούσουμε τον ρατσιστή, μπας και υποκινήσει μέσα μας εχθροπάθεια ή δεν ξέρω ποιο άλλο αντικοινωνικό συναίσθημα, είναι για τους πολίτες μιας δημοκρατίας ένα πρόβλημα πολύ σοβαρότερο απ’ ό,τι συνήθως πολλοί νομίζουν.

Η δημόσια χρήση του λόγου, και άρα η σχετική ελευθερία, είναι κάτι που έχει νόημα μόνον αν έχει και ακροατήριο, αν δηλαδή υπάρχουν και άλλοι που μπορούν να ακούσουν, να κρίνουν και να πράξουν αντίστοιχα.

Είναι δηλαδή μια συνεργατική δραστηριότητα που εμπλέκει εν δυνάμει τον καθένα μας. Η ποινική ρύθμιση της μισαλλόδοξης ρητορικής αποβλέπει να προσδιορίζει αυτή αυθεντικά ποια περιεχόμενα είναι και ποια δεν είναι κατάλληλα για το κοινό του δημόσιου λόγου.

Γι’ αυτό και υποτιμάει βαθύτατα εμένα, εσένα, τον καθένα μας ως τάχα ανίκανους να κρίνουμε ως ενήλικες το σωστό και το λάθος. Μας υποβιβάζει δηλαδή από πολίτες σε πρόσωπα μειωμένου καταλογισμού και χρήζοντα ηθικής κηδεμονίας.

Αλλά και από πρακτική σκοπιά, όπως το έχουμε δει πολύ καλά να συμβαίνει ήδη, η απαγόρευση του μισαλλόδοξου λόγου, αντί να καταπολεμά τον ρατσισμό, καταφέρνει απλώς να τον διαδίδει ακόμη περισσότερο μέσα από πιο αφανή δίκτυα επικοινωνίας.

Δείτε σήμερα τη Mαρίν Λεπέν: μόλις μία πενταετία μετά την πανηγυρική επιβεβαίωση της καταδίκης του πατέρα της από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο του Στρασβούργου, αυτή σαρώνει με άνεση το ένα τρίτο του γαλλικού εκλογικού σώματος.

Ακόμη χειρότερα δε, η απειλή ποινής καταλήγει να περιβάλλει τον μισαλλόδοξο λόγο με την ηθική αύρα της διωκόμενης μεγάλης αλήθειας, μιας αλήθειας που οι κρατούντες δεν μπορούν να αντικρούσουν, γι’ αυτό και απαγορεύουν.

Το βλέπουμε πια καθαρά σήμερα ότι η προσφυγική κρίση, μεσούσης της πρωτοφανούς κρίσης, έχει πυροδοτήσει ένα νέο κύμα ξενόφοβων ή και ανοιχτά ρατσιστικών αντιδράσεων σε όλες τις ευρωπαϊκές κοινωνίες. Ιδίως δε αυτές της Kεντρικής Ευρώπης.

Η ρητορική με την οποία η περιβόητη τετράδα του Βίζεγκραντ προσπαθεί να δικαιολογήσει την άρνησή της να συνταχθεί με τις λοιπές ευρωπαϊκές χώρες στην πολιτική των μετεγκαταστάσεων έχει ανοιχτά ξενόφοβα χαρακτηριστικά.

Ταυτόχρονα, στη Γερμανία αλλά και αλλού στη Δυτική Ευρώπη, εκπρόσωποι νόμιμων οργανώσεων και κομμάτων μιλούν ανοιχτά για ισλαμική εισβολή, αλλοίωση της εθνικής ταυτότητας των λαών τους και καλούν σε χρήση θανάσιμης βίας για την αναχαίτιση των ροών.

Αντίστοιχες στάσεις και δηλώσεις μάς είναι με το παραπάνω οικείες και στη χώρα μας. Κάθε τόσο τις ακούμε με αυξανόμενη ένταση σε πανηγυρικές εκδηλώσεις με μισαλλόδοξο περιεχόμενο, με τη σύμπραξη μάλιστα συχνά και εκκλησιαστικών παραγόντων.

Εκεί όμως που οι μισαλλόδοξες και ρατσιστικές αντιδράσεις φαίνονται να εκφράζονται και να διαδίδονται με τρομακτική ταχύτητα και μαζικότητα είναι φυσικά τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Το φαινόμενο αυτό, όπως είδαμε, έχει θορυβήσει πολλές ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, ιδίως δε τη γερμανική, που έχουν συστήσει ειδικά όργανα επιτήρησης του διαδικτύου και ασκούν ισχυρές πιέσεις στους διεθνείς διαχειριστές δικτύων για την αποτελεσματικότερη καταστολή της μισαλλόδοξης επικοινωνίας.

Φοβάμαι ότι οι κυβερνήσεις που παίρνουν τέτοια μέτρα ματαιοπονούν. Η μισαλλοδοξία απέναντι στους πρόσφυγες και τους ξένους γενικότερα θα βρίσκει πάντα εύφορο έδαφος στον ανορθολογισμό που γεννά η διάχυτη ανησυχία για το άγνωστο αύριο.

Αλλά και η ανησυχία αυτή είναι το απότοκο άγνοιας και ένδειας ανασχετικών επιχειρημάτων απέναντι όχι μόνο στους ρατσιστές αλλά και στην ίδια την εσωτερική φοβική παρόρμησή μας.

Τι να κάνουμε λοιπόν; Να αρχίσουμε να στήνουμε δίκτυα επιτήρησης και τιμωρίας; Να ξεκινήσουμε το κυνήγι των δυσανεκτικών εγκαλώντας ποινικά βουλευτές και θρησκευτικούς λειτουργούς;

Σε αυτή την καταδικασμένη στρατηγική θα αφεθούν να παρασυρθούν οι Δημοκρατίες της Ευρώπης; Θα παραχωρήσουν άραγε έτσι εύκολα το ηθικό πλεονέκτημα στην πλευρά του κακού;

*επίκουρος καθηγητής Νομικής Σχολής ΑΠΘ