Για πρώτη φορά μετά το τέλος της δικτατορίας του στρατηγού Φράνκο ζήσαμε την επανάληψη των βουλευτικών εκλογών στην Ισπανία.
Τα αποτελέσματα στις 20 Δεκεμβρίου έβγαζαν νικήτρια τη Δεξιά χωρίς πλειοψηφία κι ένα σοσιαλιστικό κόμμα σε πλήρη φάση πασοκοποίησης, το οποίο έπρεπε να επιλέξει ανάμεσα σε δυο μορφές αυτοκτονίας: μεγάλο συνασπισμό με τη Δεξιά που επέβαλε ακραία λιτότητα ή συμφωνία με την ανερχόμενη αριστερά του Podemos που απειλούσε να καταλάβει τον ζωτικό του χώρο.
Η ηγεσία του PSOE δεν ήταν διατεθειμένη για θυσίες και η ακυβερνησία οδήγησε στην πρωτοφανή επανάληψη των εκλογών. Ηταν άλλο ένα σύμπτωμα της κρίσης του πολιτεύματος που προέκυψε από την «ειρηνική» μεταπολίτευση του 1978 και το οποίο βασίστηκε σε ένα σύμφωνο σιωπής, στην παραμονή των πολιτικών και οικονομικών ελίτ στην εξουσία και στη συνέχιση ενός κρατικού μηχανισμού ο οποίος ποτέ δεν πέρασε από κάθαρση.
H όξυνση των εθνικών διεκδικήσεων στην Καταλονία και η απαξίωση της μοναρχίας είναι τα άλλα στοιχεία τα οποία αντανακλούν αυτή την κρίση του πολιτεύματος, τέσσερις δεκαετίες μετά τον θάνατο του δικτάτορα.
Το αποτέλεσμα της 26ης Ιουνίου παρουσιάζει δυο μεγάλες αλλαγές. Η πρώτη είναι ότι η Δεξιά του Μαριάνο Ραχόι -η εκτελέστρια των πολιτικών της τρόικας που έριξε όλο το βάρος της κρίσης στις πλάτες των εργαζομένων και των λαϊκών τάξεων, αυτή που συσσωρεύει το ένα σκάνδαλο διαφθοράς πίσω από το άλλο (ο ταμίας του Λαϊκού Κόμματος βρίσκεται στη φυλακή κατηγορούμενος για ξέπλυμα χρήματος)- βγήκε ενισχυμένη: κέρδισε άλλες 700.000 ψήφους από τον Δεκέμβριο μέχρι σήμερα.
Ομως όχι. Ο κόσμος δεν τρελάθηκε ούτε ανέπτυξε μαζοχιστικές τάσεις. Αυτό που συνέβη είναι ότι το Λαϊκό Κόμμα (ΡΡ) του Μαριάνο Ραχόι συγκέντρωσε τη συντηρητική ψήφο, αρπάζοντάς την από τα νέα κόμματα που είχαν βγει από τα σπλάχνα του με την ώθηση τομέων του οικονομικού κεφαλαίου, οι οποίοι αναζητούσαν εναλλακτικές διά παν ενδεχόμενο.
Το πιο εύγλωττο παράδειγμα είναι εκείνο του Ciudadanos, το οποίο έχασε 400.000 ψηφοφόρους. Το συντηρητικό εκλογικό σώμα δεν ήταν διατεθειμένο να ρισκάρει με άλλους πειραματισμούς, οπότε το Λαϊκό Κόμμα έγινε η χρήσιμη ψήφος που θα έβαζε φρένο στην άνοδο του Podemos, το οποίο η Δεξιά παρουσίαζε ως τη σατανική απειλή των «κομμουνιστών» στην τσαβική εκδοχή τους.
Κι έτσι φτάνουμε στη δεύτερη μεγάλη αλλαγή που εκδηλώθηκε στις 26 Ιουνίου: το τραύμα του Podemos.
Το κόμμα του Πάμπλο Ιγκλέσιας ξεκίνησε την καμπάνια με την προσδοκία να ξεπεράσει το PSOE και να αποτελέσει τη βασική επιλογή για την Αριστερά και κατέληξε να χάσει πάνω από ένα εκατομμύριο ψήφους.
Οι δημοσκοπήσεις δημιούργησαν μια οπτική απάτη, αλλά στο τέλος επικράτησε το κήρυγμα του φόβου.
Επιπλέον, ο Ιγκλέσιας ξεκίνησε τη δική του «κωλοτούμπα» προτού ακόμα κερδίσει: έχοντας για οδηγό τους δημοσκοπικούς υπολογισμούς, επέλεξε τη μετατόπιση προς το «Κέντρο», εμφανιζόμενος ως μια «μετριοπαθής» και σοσιαλδημοκρατική επιλογή η οποία πρότεινε κυβέρνηση συνεργασίας με το PSOE είτε με πρωθυπουργό τον Ιγκλέσιας είτε χωρίς αυτόν.
Το Podemos κατέβηκε στις εκλογές σε συνεργασία με την Izquierda Unida (Ενωμένη Αριστερά), την εκλογική μετεξέλιξη του παλιού Κομμουνιστικού Κόμματος. Ωστόσο ορισμένες μαθηματικές πράξεις δεν βγαίνουν.
Και το αποτέλεσμα ήταν ότι ο σοσιαλδημοκράτης ψηφοφόρος προτίμησε το PSOE, ενώ εκείνος που ήθελε αλλαγή επέλεξε την αποχή, η οποία αυξήθηκε κατά 1,2 εκατομμύρια ψηφοφόρους.
Η διαρροή των ψήφων δεν στάθηκε δυνατό να σταματήσει ούτε καν στις μεγάλες πόλεις όπως η Μαδρίτη και η Βαρκελώνη, όπου κυβερνά το Podemos σε συνεργασία με τοπικά σχήματα σε επίπεδο δήμου.
Η δήμαρχος Αντα Κολάου αυτή τη φορά είχε πιο ενεργή συμμετοχή στην καμπάνια σε σχέση με τον Δεκέμβριο, ωστόσο το Podemos έχασε 12.000 ψήφους στη Βαρκελώνη.
Τα χειρότερα νέα για το Podemos είναι ότι τα καλύτερα εκλογικά του αποτελέσματα παρουσιάζονται ακριβώς εκεί όπου αυτή η μετριοπαθής πολιτική έχει τη λιγότερη απήχηση: στην Καταλονία και στη Χώρα των Βάσκων.
Ο Ιγκλέσιας είχε ήδη ξεκαθαρίσει ότι το δημοψήφισμα για την ανεξαρτησία, το οποίο εκατομμύρια Καταλανοί διεκδίκησαν στους δρόμους, δεν αποτελούσε πια κόκκινη γραμμή για τον σχηματισμό κυβέρνησης.
Για την ακρίβεια, το Podemos κατοχυρώνει τις ψήφους του στα χωριά της περιφέρειας που διεκδικούν το δικαίωμά τους στην αυτοδιάθεση. Αλλη μια καυτή πατάτα, πόσο μάλλον αν μετά το Brexit η Σκοτία και η Βόρεια Ιρλανδία ξαναθέσουν το ζήτημα στο τραπέζι.
Το συμπέρασμα είναι ότι συνεχίζουμε όπως ήμασταν πριν: με την κόρη του βασιλιά στο εδώλιο του κατηγορουμένου, με τη δημοκρατική διεκδίκηση στην Καταλονία «στο κόκκινο» και με την προοπτική μιας μειοψηφικής κυβέρνησης της Δεξιάς (με την ανοχή του PSOE), η οποία θα πρέπει να επιβάλει περικοπές στον προϋπολογισμό ύψους 10 δισ. ευρώ εάν δεν θέλει το Βερολίνο, η Φρανκφούρτη και οι Βρυξέλλες να αρχίσουν να χάνουν την υπομονή τους, αφού συνέλθουν από την τρομάρα που πήραν με το Brexit.
*Δημοσιογράφος στην καταλανική εφημερίδα Diari Ara
(Μετάφραση: Κορίνα Βασιλοπούλου)
