Πρέπει να ’ταν Οκτώβριος του 1986. Μας έκανε ένα «θολό» μάθημα, που οι ιθύνοντες του Πολιτικού της Νομικής εκείνα τα χρόνια το είχαν αποκαλέσει, καλώς ή κακώς, δεν μπορώ να το κρίνω, «Κοινωνική Ψυχολογία». Το βιβλίο που μας είχαν δώσει για διδακτικό δεν μου φαινόταν να του πολυάρεσε.
Ετσι, κάθε φορά που ερχόταν στον Ψηλορείτη της Λυκαβηττού, μας έκανε τα δικά του πράγματα (λόγω έλλειψης αιθουσών, τα μαθήματά του, μαζί με εκείνα του Κων/νου Τσουκαλά, τα κάναμε σε ένα απερίγραπτο κτίριο ψηλά στην οδό Λυκαβηττού). Αυτά που ήξερε. Και ήξερε, βέβαια, τον ορυμαγδό.
Αυτόν, λοιπόν, τον Οκτώβρη του 1986 ήθελε να μας δείξει κάτι απ’ την ιστορία της σεξουαλικότητας και να μας βάλει στο μυαλό ότι τα πράγματα, ακόμα κι αυτά που έχουμε στα απύθμενα του μυαλού μας, δεν είναι πάντα ιστορικά και κοινωνικά προσδιορισμένα, ούτε και εξαρτώνται πάντα απ’ το οικονομικό και τεχνικό επίπεδο ανάπτυξης.
Οτι παίζουν ρόλο η αισθητική και η κουλτούρα της εποχής. Μας ήρθε, λοιπόν, με κάτι φωτογραφίες και ζωγραφιές απ’ τους περασμένους αιώνες. Μας έδειξε, μεταξύ άλλων, μια κυρία με τα νυχτικά της και μας λέει: «Το βλέπετε αυτό; Αυτό ήταν το πορνό της εποχής τάδε. Σήμερα ούτε που θα γύριζε να το κοιτάξει κανείς. Τότε όμως έκανε θραύση». Αυτό συμφωνούσε κατά κάποιον τρόπο με τον Μαρξ. Αλλες όμως εικόνες δεν συμφωνούσαν. Παρ’ όλο που οι εποχές ήταν αρχαίες, οι εικόνες ήταν πολύ πιο προκλητικές.
Ετσι, εγώ κάπως τα παρεξηγούσα τότε αυτά. Τα θεωρούσα σημάδια της εκάστοτε «αστικής παρακμής», ιδεολογίες αναπαραγωγής του κυρίαρχου καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής σε κάθε ιστορική και τεχνολογική φάση ανάπτυξής του. Του υποσχέθηκα δε μάλιστα να του κάνω μια επιστημονική εργασία στο πλαίσιο του μαθήματος που να το αποδεικνύει αυτό. Η εργασία έγινε και έφερε τον τίτλο «Η Κοινωνική Ψυχολογία της Εργατικής Τάξης». Το τι αποδείκνυε ένας θεός ξέρει. Αυτό που θυμάμαι είναι δύο πράγματα: Πρώτον, ότι έκανα άπειρες αναφορές στον Αλτουσέρ, τον Φρόιντ και τον Λακάν, όχι μόνο διότι ήξερα ότι είναι Λακανικός, αλλά και επειδή ήμουν επηρεασμένος απ’ τον Αλτουσέρ.
Αλλά, ακόμα, έκανα και πολλές αναφορές σ’ ένα βιβλίο του Γκέραρντ Βινάι των εκδόσεων Αναγνωστίδη με τον ίδιο τίτλο. Το βιβλίο δε αυτό του Βινάι μου άρεσε τόσο πολύ ώστε το ‘κανα και δώρο στην κοπέλα μου τότε, η οποία ήταν στο ίδιο έτος και έτρεφε μεγάλη εκτίμηση για τον δάσκαλο και συνεργάστηκε μετά μαζί του (γι’ αυτό θα πρέπει να γράψει κάποτε η ίδια).
Το δεύτερο πράγμα που θυμάμαι είναι ότι η εργασία πήρε «άριστα, 10», με ένα σχόλιο ενδεικτικό του πώς εκτιμούσε τα γραμμένα: «Αυτή η εργασία αξίζει πράγματι για 10», μου ‘γραψε με το μολύβι στο πλάι εκεί στο περιθώριο, «αλλά να ξέρεις ότι αυτό είναι μέσα στην αστική κλίμακα αξιών. Στον κομμουνισμό δεν ξέρουμε τι θα μπορούσε να πάρει ή αν θα μπορούσε καν να βαθμολογηθεί ή αν θα μπορούσες να γράψεις έτσι όπως έγραψες».
Με τον Θανάση Τζαβάρα γίναμε και παραμείναμε φίλοι μέχρι το τέλος. Τον ενδιέφερε τι κάνω, πού είμαι, τι γράφω και πώς είναι στη δουλειά μου τα πράματα – μ’ άλλα λόγια, ήθελε να μαθαίνει γι’ αυτό που ο λαός μας αποκαλεί «η πρόοδος του άλλου».
Πρέπει να ήταν έτσι με όλους και ειδικά με όσους και όσες αγαπούσε και τον αγαπούσαν. Μια φορά που παραθέριζα στο χωριό μου, στην Πέτρα της Μυτιλήνης, μου έστειλε μια κάρτα με τον Μικ Τζάγκερ. «Του μοιάζεις πολύ», μου έγραψε από πίσω. Από τότε έκοψα τα μαλλιά μου γιατί στην ουσία δεν μου άρεσε και πολύ το ισχνό παρουσιαστικό του Τζάγκερ.
Εμενε προς το τέρμα της Ασκληπιού, κοντά στη λεωφόρο Αλεξάνδρας. Στη γωνία λίγο παραπέρα υπήρχε ένα ζαχαροπλαστείο που το έλεγε «μεγάλο πειρασμό». Τελευταία φορά τον συνάντησα το 2009 όταν είχα προσωρινά επιστρέψει στην Ελλάδα.
Απάντησε θετικότατα στο κάλεσμά μου και μίλησε στο συνέδριο που είχα συνδιοργανώσει με τους σχετικούς συλλόγους ισότητας στην Αθήνα για το ζήτημα της συνεπιμέλειας, ένα ζήτημα για το οποίο, όπως μου ‘λεγε, «ο αριστερός φεμινισμός μάς χρεοκόπησε οικτρά».
Διαφώνησε με την απόφασή μου να επιστρέψω στο Λονδίνο, γιατί πίστευε ότι στην Ελλάδα έπρεπε να δοθεί η μεγάλη πολιτική μάχη για να αλλάξουμε τα πράγματα στην κοινωνία και το κράτος. Μου είπε για την περιπέτεια της υγείας του και μου έκανε δώρο το μικρό του βιβλίο «Ταξίδι από τα Κύθηρα».
Ο δάσκαλος έφυγε και δεν δέχτηκε ούτε πολιτική ούτε θρησκευτική τελετή απ’ ό,τι μου ‘πε η κοπέλα μου, αυτή των φοιτητικών μας χρόνων. Α ναι, θυμάμαι τώρα ακόμα, καθώς γράφω αυτές τις γραμμές, ότι αυτή την εργασία του 1986 την άρχιζα με μια γραμμή απ’ τον Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα: «se muerto lasciate el balcon abierto».
* καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Ανατολικού Λονδίνου
