Η μετεωρική άνοδος του ΣΥΡΙΖΑ στην εξουσία προκάλεσε αίσθηση στους αριστερούς ακτιβιστές και ψηφοφόρους σε όλη την ήπειρο. Από το 2012 παρακολουθούσαν εναγωνίως την εκλογική του γιγάντωση, τις ιδεολογικές και οργανωτικές συζητήσεις στο εσωτερικό του και τις κυβερνητικές ενέργειές του, ελπίζοντας στην επιβεβαίωση των διαχρονικών τους ελπίδων και αντλώντας διδάγματα από τις επιτυχίες του και τις αντιφάσεις του.
Οσοι παρατηρούσαν τις εξελίξεις θαύμαζαν τον νεαρό, γεμάτο ενέργεια, ηγέτη, την ευθεία κριτική του καθεστώτος πολιτικού συστήματος και τις μορφές πολιτικής και κοινωνικής παρέμβασης. Το πρώτο μισό του 2015, αυτή η περιέργεια μετατράπηκε σε αχαλίνωτο ενθουσιασμό, καθώς το κόμμα απέσπασε μια εντυπωσιακή νίκη στις εκλογές του Ιανουαρίου, κέρδισε ευρεία συμπάθεια στις διαπραγματεύσεις με τους δανειστές και έδωσε ώθηση σε μια εκπληκτική λαϊκή κινητοποίηση στο δημοψήφισμα του Ιουλίου.
Την ίδια περίοδο, ο ΣΥΡΙΖΑ συνειδητά «ρίχτηκε» σε μια επιθετική αντιπαράθεση στην Ευρώπη. Ισχυροποίησε τις μακρόχρονες σχέσεις του με τα αδελφά κόμματα της Ευρωπαϊκής Αριστεράς (ΚΕΑ), αλλά και παραπέρα. Ο Αλέξης Τσίπρας κατήλθε ως υποψήφιος για την προεδρία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στις ευρωεκλογές του Ιουλίου του 2014. Ενθάρρυνε τη δημιουργία διεθνών παραρτημάτων και την κινητοποίηση των διανοητών της ελληνικής διασποράς. Οργάνωσε διεθνείς περιοδείες, συνέδρια και συναντήσεις.
Τελικά περιέβαλε τη διαπραγματευτική του στρατηγική με το πλαίσιο της απεύθυνσης προς την ευρωπαϊκή κοινή γνώμη, υποστηρίζοντας υπομονετικά την ιδέα μιας «άλλης Ευρώπης» με την ελπίδα ότι θα πυροδοτηθεί μια εκτενής αριστερόστροφη εξέλιξη της πολιτικής σκηνής σε όλη την Ευρώπη: Πρώτα κερδίζοντας τη σιωπηρή υποστήριξη Σοσιαλδημοκρατών ηγετών, όπως του Ρέντσι, του Ολάντ και του Φάιμαν, και έπειτα εμπνέοντας άλλες νίκες της ριζοσπαστικής Αριστεράς σε ευρωπαϊκές χώρες.
Αυτή η ισχυρή ευρωπαϊκή διάσταση του «φαινομένου ΣΥΡΙΖΑ» εδράζεται σε δυο βάσεις. Από τη μια πλευρά, η μοίρα που επιφύλαξε η τρόικα στον ελληνικό λαό δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια ακραία εκδοχή της ίδιας συνταγής λιτότητας, που τώρα εφαρμόζεται σε όλη την ευρωζώνη.
Η κατανόηση και η αναγνώριση αυτών των συνθηκών είναι ευκολότερη από τους πληθυσμούς της ευρωπαϊκής περιφέρειας, που υπέστησαν παρόμοιες παρεμβάσεις από την ηγεσία της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Οι πληθυσμοί αυτοί είναι παράλληλα λιγότερο ανεκτικοί σε ρατσιστικές αφηγήσεις περί των «λιτών μυρμηγκιών του Βορρά» και των «σπάταλων ακρίδων του Νότου».
Από την άλλη πλευρά, η συντριπτική πλειοψηφία των ριζοσπαστών και πιο μετριοπαθών αριστερών πιστεύουν ότι «εκτός Ευρώπης δεν υπάρχει σωτηρία» («extra Europam nulla salus»). Η «σφιχτή» ολοκλήρωση του ευρωπαϊκού καπιταλισμού και των πολιτικών θεσμών, όπως υποστηρίζουν, λειτουργεί αποτρεπτικά για μοναχικές πορείες και επιβάλλει μια στρατηγική συντονισμένων πανηπειρωτικών κινητοποιήσεων.
Στο δεύτερο μισό του 2015, το συναίσθημα στην ευρωπαϊκή ριζοσπαστική Αριστερά «σκοτείνιασε», καθώς η συνθηκολόγηση του Τσίπρα με τους δανειστές διέλυσε την αύρα του αήττητου στους εγχώριους και διεθνείς υποστηρικτές του και δημιούργησε αμφιβολίες για την αξιοπιστία του αριστερού ριζοσπαστικού σχεδίου.
Ορισμένοι αποκήρυξαν την προδοσία του Προγράμματος της Θεσσαλονίκης, ευθυγραμμιζόμενοι με τους διασπαστές της Λαϊκής Ενότητας. Αλλοι υπερασπίστηκαν τη συμφωνία ως μέσο παράτασης χρόνου, αναμένοντας μια νίκη του Podemos στην Ισπανία. Η πλειοψηφία των σχολιαστών εξήρε το σθένος που επέδειξε στη μάχη, αλλά αναγνώρισαν μια μεγάλη ήττα.
Πάντως το ενδιαφέρον για το ελληνικό εργαστήριο παραμένει άθικτο, καθώς οι εξελίξεις στην μικρή μεσογειακή χώρα εκλαμβάνονται ευρέως ως μια κρίσιμη μάχη για το μέλλον ολόκληρης της ηπείρου. Συνολικά, η επίδραση του ΣΥΡΙΖΑ στην υπόλοιπη ριζοσπαστική Αριστερά ήταν ανάμεικτη.
Εκλογικά, η προσδοκώμενη ριζοσπαστικοποίηση πράγματι συντελέστηκε το 2015, αλλά ήρθε πολύ αργά για να επηρεάσει τη μάχη επί του τρίτου μνημονίου. Είναι δε ιδιαίτερα περιορισμένη και άνιση, ώστε να ανατρέψει την ευρωπαϊκή ισορροπία δυνάμεων στο ορατό μέλλον.
Αριστερά κόμματα έλαβαν 21,5% στην Πορτογαλία και 25,9% στην Ισπανία, αποτυγχάνοντας όμως να πάρουν το πάνω χέρι έναντι των σοσιαλιστών ανταγωνιστών τους. Στην Ιρλανδία, το Sinn Fein και μικρότεροι ριζοσπαστικοί σχηματισμοί λαμβάνουν στις δημοσκοπήσεις πάνω από 20% για τις εκλογές της άνοιξης.
Εν τέλει, η απρόσμενη νίκη του Κόρμπιν στις εκλογές για την ηγεσία του βρετανικού Εργατικού κόμματος, αποτελεί το πρώτο σημαντικό σήμα εδώ και δεκαετίες για μια πιθανή αριστερή στροφή της ενσωματωμένης μετριοπαθούς Αριστεράς. Ωστόσο, στις χώρες της ευρωζώνης που καθορίζουν τις εξελίξεις (Γερμανία, Γαλλία και Ιταλία) η ριζοσπαστική Αριστερά συνεχίζει να λιμνάζει σε χαμηλά επίπεδα, η μετριοπαθής Αριστερά παραμένει προσκολλημένη στη νεοφιλελεύθερη πορεία της και τις διαμαρτυρίες ενάντια στη λιτότητα και την Ε.Ε. τις ιδιοποιούνται ακροδεξιές δυνάμεις.
Πολιτικά η εμπειρία του ΣΥΡΙΖΑ στην κυβέρνηση είχε ένα παράδοξο αποτέλεσμα, ενθαρρύνοντας τη ριζοσπαστική Αριστερά να κάνει εκκλήσεις για μια εναλλακτική λύση στη λιτότητα και τον νεοφιλελευθερισμό, αλλά συγχρόνως έδειξε ότι το ισχύον πλαίσιο της Ε.Ε. και της ευρωζώνης περιορίζει αποτελεσματικά μια τέτοια πορεία.
Αυτός ο συνδυασμός αναζωπύρωσε τις συζητήσεις για την αναγκαιότητα μιας «αριστερής εξόδου» από το ευρώ και για μια συνεκτική προοδευτική στρατηγική εθνικής ανάπτυξης – τουλάχιστον χρησιμοποιώντας ένα «Plan B» ως ύστατη διαφυγή. Αλλά η συναίνεση σε αυτό το θεμελιώδες ερώτημα δεν είναι ορατή.
* Πολιτικός επιστήμονας, διδάκτορας Ευρωπαϊκών Σπουδών στο King’s College του Λονδίνου
