Γιάννης Κωνσταντινίδης*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η πρώτη επέτειος ανάληψης καθηκόντων μιας νέας κυβέρνησης αποτελεί κατά κανόνα ένα σημείο καμπής στην πορεία της, καθώς ο χρονικός συμβολισμός ενθαρρύνει την αξιολόγηση των πεπραγμένων της και, κυρίως, τη σύγκριση αυτών με τις προσδοκίες της κοινής γνώμης από την εκλογή της.

Στις περισσότερες των περιπτώσεων, η σύγκριση αυτή αποβαίνει σε βάρος της κυβέρνησης, καθώς οι προσδοκίες του εκλογικού σώματος σπανίως εκπληρώνονται στο ακέραιο και η συνειδητοποίηση του ελλείμματος αυτού σηματοδοτεί συνήθως το τέλος της λεγόμενης «περιόδου χάριτος» για τη νέα κυβέρνηση.

Η συμπλήρωση ενός έτους από την εκλογική νίκη του ΣΥΡΙΖΑ στις 25 Ιανουαρίου 2015 δεν είναι όμως μια συνήθης περίπτωση. 

Η ιδιαιτερότητα ξεκινά από το γεγονός ότι μέσα στους δώδεκα τελευταίους μήνες εντοπίζουμε δύο (και όχι μόνο μία) κυβερνήσεις υπό τον Αλέξη Τσίπρα, με ριζικές διαφορές τόσο ως προς τη στόχευσή τους όσο και ως προς τη σύνθεση του κυβερνητικού σχήματός τους, με κομβικό σημείο την αλλαγή στην ηγεσία του υπουργείου Οικονομικών, και φυσικά κορυφώνεται στο γεγονός ότι της πρώτης επετείου προηγήθηκαν δύο ακόμα εκλογικές αναμετρήσεις εθνικής κλίμακας, το δημοψήφισμα της 5ης Ιουλίου και οι βουλευτικές εκλογές της 20ής Σεπτεμβρίου.

Οι σαφείς νίκες του ΣΥΡΙΖΑ και στις δύο αυτές ενδιάμεσες αναμετρήσεις θα μπορούσαν να εκληφθούν ως ισχυρές ενδείξεις υψηλού βαθμού ικανοποίησης από το έργο και την εικόνα της κυβέρνησης μέσα σε αυτόν τον πρώτο χρόνο ζωής της. Είναι όμως πράγματι έτσι; Ή μήπως η εκλογική κυριαρχία του ΣΥΡΙΖΑ είναι ανεξάρτητη της αξιολόγησης της κυβέρνησης Τσίπρα;

Η διαχρονική μελέτη των κλασικών δεικτών ικανοποίησης από το κυβερνητικό έργο και μελλοντικών προσδοκιών για την οικονομική κατάσταση του νοικοκυριού μέσα στο τελευταίο δωδεκάμηνο δεν αφήνει περιθώρια διαφορετικών ερμηνειών.

Τα επίπεδα απαισιοδοξίας της κοινής γνώμης, παρότι ξεκίνησαν από σχετικά υψηλό σημείο, υπερδιπλασιάστηκαν μεταξύ Μαρτίου και Νοεμβρίου 2015 (από τα επίπεδα του 30% στα επίπεδα του 70%), ενώ οι τοποθετήσεις της κοινής γνώμης έναντι των πολιτικών προτάσεων που είτε εξαγγέλθηκαν είτε υιοθετήθηκαν από την κυβέρνηση Τσίπρα (από τη διαχείριση οφειλών προς τις εφορίες έως το σύμφωνο συμβίωσης και την αποσυμφόρηση των φυλακών) ήταν επιφυλακτικές, ή και αρνητικές.

Η «περίοδος χάριτος» της κυβέρνησης φαίνεται να έληξε πρόωρα, χωρίς ωστόσο αυτό να αποτυπώθηκε στις ενδιάμεσες κάλπες ή να καταγράφηκε δημοσκοπικά μετά τον Σεπτέμβριο του 2015, πιθανώς λόγω της αδυναμίας των αντιπάλων να προσελκύσουν την ψήφο των δυσαρεστημένων ψηφοφόρων του ΣΥΡΙΖΑ.

Ως προς το τελευταίο σημείο, θα πρέπει να σημειωθεί ότι οι ενδείξεις υπεροχής της Ν.Δ. στις μετρήσεις που ακολούθησαν την εκλογή του Κυριάκου Μητσοτάκη στην ηγεσία της Ν.Δ. υποδηλώνουν ότι η συσχέτιση της χαμηλής ικανοποίησης από την κυβέρνηση με την εκλογική αποδυνάμωση του ΣΥΡΙΖΑ είναι εντονότερη υπό τις συνθήκες ενίσχυσης της εικόνας του βασικού αντιπάλου του.

Πώς όμως εξηγείται αυτή η συρρίκνωση της «περιόδου χάριτος» ειδικά στην περίπτωση της κυβέρνησης Τσίπρα; Οι περισσότερες ερμηνείες εστιάζουν στην απώλεια εμπιστοσύνης που προκάλεσαν οι κυβερνητικοί χειρισμοί πριν και μετά το δημοψήφισμα του Ιουλίου, δηλαδή τόσο η προκήρυξή του και οι συνέπειες του περιορισμού στην κίνηση κεφαλαίων, όσο και η ταχεία υπογραφή της τρίτης δανειακής συμφωνίας της χώρας με τους Ευρωπαίους παρά την επικράτηση του «Οχι» στην κάλπη του δημοψηφίσματος.

Ωστόσο, η προσεκτική μελέτη των ερευνών κοινής γνώμης αποκαλύπτει ότι το συναίσθημα του φόβου για τις εξελίξεις που συνεπαγόταν η προκήρυξη του δημοψηφίσματος ήταν, τις παραμονές της κάλπης, πολύ ηπιότερο του συναισθήματος της οργής έναντι των προηγούμενων κυβερνήσεων και της ηγεσίας της Ευρώπης, κάτι που αποδεικνύει ότι η κυβέρνηση Τσίπρα δεν επλήγη από την απόφασή της εκείνη.

Επίσης, οι μετρήσεις που υλοποιήθηκαν μετά την υπογραφή της συμφωνίας αποκαλύπτουν ότι, παρά το άδοξο τέλος των διαπραγματεύσεων, στην κυβέρνηση αναγνωρίστηκε από ένα σημαντικό τμήμα του εκλογικού σώματος η καλή πρόθεση και η έντιμη προσπάθεια, γεγονός που επίσης μαρτυρά ότι η κυβέρνηση δεν έχασε την ισορροπία της εξαιτίας της αναστροφής της αντι-μνημονιακής της θέσης.

Η ταχεία φθορά της κυβέρνησης φαίνεται να σχετίζεται με την προσλαμβανόμενη απώλεια του ηθικού της πλεονεκτήματος έναντι των αντιπάλων της, στοιχείο το οποίο είχε προβληθεί προεκλογικά ως εφόδιό της και ως ιδιαίτερο γνώρισμα της Αριστεράς.

Το πλεονέκτημα αυτό φαίνεται να αναγνωρίστηκε από τη μεγάλη πλειοψηφία του εκλογικού σώματος και είναι ακριβώς αυτή η επιτυχία του ΣΥΡΙΖΑ που μοιάζει να προκαλεί τώρα τη μεγαλύτερη φθορά του. Οι συμπεριφορές κυβερνητικών και κομματικών στελεχών χτυπούν την κοινή γνώμη σε ένα από τα πλέον ευαίσθητα σημεία της και υποσκάπτουν, με μία επίπονη για την κυβέρνηση περιοδικότητα, τα θεμέλια της εκλογικής υπεροχής του κόμματος.

*Επίκουρος καθηγητής του Πανεπιστημίου Μακεδονίας