Στη σχεδόν εμφυλιοπολεμική μ.Μ. (μετά Μνημονίου) καθημερινότητά μας, ειδήσεις εξωφρενικά υψηλών επιβαλλόμενων ποινών ή υπέρμετρου ζήλου και αυταρχισμού μεθόδων επιβολής του νόμου και της τάξης έχουν αναδειχθεί σε προνομιακό πεδίο αντεγκλίσεων μεταξύ μνημονιακών και αντιμνημονιακών δυνάμεων.
Το «ντου» στη γιαγιά της λαϊκής αγοράς χωρίς άδεια, στη φοροφυγού της Ύδρας που δεν έκοβε αποδείξεις, στον καστανά χωρίς άδεια, κι εσχάτως το πρόστιμο 10.000 ευρώ στην 65χρονη καρκινοπαθή της Θεσσαλονίκης που συνελήφθη να πουλάει προσωπικά αντικείμενα σε λαϊκή αγορά χωρίς την άδεια της αρμόδιας αρχής, έχουν γίνει σημαία του “ανένδοτου αντιμνημονιακού αγώνα” και αντικείμενο χλεύης των μνημονιακών θιασωτών του «Μένουμε Ευρώπη».
Πέρα από το μικροπολιτικό παιχνίδι που βολεύει τις ιδεοληψίες της εκάστοτε αφήγησης, όμως, η διασπορά των παραπάνω ειδήσεων γεννά πλήθος από ενδιαφέροντα ερωτήματα σε κομβικής σημασίας ζητήματα της νομικής επιστήμης, της πολιτικής φιλοσοφίας, της πολιτικής οικονομίας, της κοινωνικής ανθρωπολογίας και της ηθικής.
Ποιο είναι το περιεχόμενο της θεμελιώδους επιταγής κάθε κράτους δικαίου άξιου υπακοής για γενικότητα και αφαιρετικότητα των έννομων ρυθμίσεων της κοινωνικής μας συμβίωσης;
Τι σημαίνει a priori και a posteriori η ισότητα ενώπιον του νόμου;
Πώς εναρμονίζεται η γενικότητα και η αφαιρετικότητα του νόμου με την ad hoc κρίση της εκάστοτε βιοτικής περίστασης;
Ποια είναι η σχέση νόμου και ηθικής; Είναι η ηθική μια φενάκη άκρατου υποκειμενισμού και σχετικισμού, ανάλογα με τις προσωπικές κοσμοαντιλήψεις και ιδιοτελή συμφέροντα του εκφραστή της;
Είναι μήπως ένας παγιωμένος, προαιώνιος κώδικας θείας ή φυσικής προέλευσης περί ορθού και αγαθού;
Ή μήπως αποτελεί μια αντικειμενική, καθολικεύσιμη, αντίληψη περί του πρακτέου εδραζόμενη στην προσωπική και συλλογική αυτονομία του ανθρώπου ως ατόμου και κοινωνικού υποκειμένου;
Μπορεί να συμπλέει η ηθικοπολιτική ευπάθεια του δικαιικού οικοδομήματος σαν καταστατικός όρος συγκρότησης πολιτικής κοινότητας με την ηθική αδιαφορία του νόμου;
Είναι ευκταία, αναγκαία ή αποκρουστέα η ηθική αδιαφορία του νόμου;
Είναι ο νόμος μια αξιολογικά ουδέτερη κανονιστική ρύθμιση της ανθρώπινης συμπεριφοράς ή μήπως υποκρύπτει ταξικά μεροληπτικές, ανταγωνιστικές σταθμίσεις και συνιστά φωτογραφία της στιγμής ενός (φαινομενικά) καθολικά αποδεκτού δεσμευτικού κώδικα συμπεριφοράς, αλλά (ουσιαστικά) επιβαλλόμενου από το ισχυρότερο μέρος της άνισης δημοκρατικής διαβούλευσης;
Πόσο ισότιμη είναι η πρόσκληση, η προσέλευση και η συμμετοχή στη σύνταξη ενός κοινωνικού συμβολαίου και ποιος είναι ο βαθμός δεσμευτικότητας του κατασταλάγματός του;
Μπορεί να εφαρμοστεί η θεμελιώδης αρχή του δικαίου των συμβάσεων pacta sunt servanda αυτούσια στον πυρήνα της άσκησης δημόσιας εξουσίας; Αποτελεί η αρχή αυτή εγγύηση ή απειλή για τη δημοκρατία και τη λαϊκή κυριαρχία;
Η συντριπτική πλειοψηφία όσων επικαλούνται την (υπέρμετρη) τιμώρηση μικροπαρανομιών λειτουργεί στη βάση της στάθμισης με πολύ μεγαλύτερες παρανομίες που μένουν ατιμώρητες ή αμνηστεύονται, μιλώντας δικαίως για διαφθορά, κοινωνική αδικία και πολιτική (ή δικαστική) αναλγησία.
Ωστόσο, μια τέτοια θέση (όσο ειλικρινής και κοινωνικά ευαίσθητη κι αν είναι) δεν παύει να διεκδικεί για τους θύτες παράνομων συμπεριφορών-θύματα της ανθρωπιστικής κρίσης μια αθέμιτη ισότητα στην παρανομία με τους μεγαλοκαρχαρίες που φοροδιαφεύγουν, καταχρώνται δημόσιο χρήμα κ.τ.λ. και όχι τη θεμιτή ισότητα ενώπιον του νόμου.
Το πρότυπο του Γιάννη Αγιάννη, του αξεπέραστου λογοτεχνικού ήρωα του Ουγκό στους «Άθλιους» που τιμωρήθηκε βάναυσα από την κυρίαρχη τάξη για ένα κομμάτι ψωμί που έκλεψε, είναι στενά συνδεδεμένο με την ηθική συνείδηση του ανθρώπινου γένους και εξίσου διαδεδομένη είναι η επίκλησή του από όσους προσπαθούν να αναγορεύσουν τον «καστανά», τη «γιαγιά της λαϊκής», την «καρκινοπαθή ηλικιωμένη» σε ήρωες της αβάσταχτης καθημερινότητας για εκατοντάδες χιλιάδες συμπολίτες μας.
Μια διακριτή και διακριτική ηθική μεταχείριση έναντι του νόμου είναι όχι απλώς αδύνατη, αλλά ούτε καν ευκταία.
Η γενικότητα κι αφαιρετικότητα της έννομης ρύθμισης, το τεχνικό εργαλείο επίτευξης της θεμελιώδους, κρατικοδικαιικής αρχής της ισότητας, απαιτεί την ηθική αδιαφορία του νόμου, μια αδιαφορία για τα παραγωγικά αίτια της βούλησης, για τα υποκειμενικά, μύχια κίνητρα της πράξης. Η εξέταση των κινήτρων (της υποκειμενικής υπόστασης) χωρεί μόνο μετά τη διαπίστωση ότι πληρούνται οι όροι της πράξης (της αντικειμενικής υπόστασης).
Μια ad hoc νομοθετική ρύθμιση θα ήταν ευάλωτη στην αντίληψη περί ηθικής της εκάστοτε κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας.
Εξάλλου, η ad hoc υπαγωγή συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών στη νομοτυπική μορφή της γενικής κι αφηρημένης διάταξης δεν είναι έργο του παραγωγού του δικαίου (νομοθέτη), αλλά του ερμηνευτή-εφαρμοστή του δικαίου (δικαστή).
Κι αν σε μια προοδευτική κυβέρνηση που σέβεται την κοινωνική δικαιοσύνη και την ίση ελευθερία για όλους, ωφελημένοι της ad hoc ρύθμισης θα ήταν οι ευπαθείς κοινωνικές ομάδες και οι οικονομικά ασθενέστεροι συμπολίτες μας, μια άλλη κυβέρνηση θα μπορούσε να νομοθετεί ευμενώς υπέρ παιδιών του κομματικού σωλήνα, ισχυρών ολιγαρχικών συμφερόντων ή ακόμα και δυσμενώς στη βάση ανεπίτρεπτων διακρίσεων φύλου, φυλής, καταγωγής, θρησκείας, γενετήσιου προσανατολισμού κ.τ.λ., και τότε το κράτος δικαίου θα έμενε γράμμα κενό.
Ο Μεγάλος Αδερφός, υπό το πέπλο της προαγωγής του κοινού καλού, της ύψιστης αρετής, θα τρύπωνε τότε από τα ανοιχτά παράθυρα της δημοκρατίας.
Θα είναι, όμως, εξίσου λάθος να αντιταχθούμε στην ηθικοποίηση της νομιμότητας, μόνο και μόνο πιστεύοντας ότι η ηθική είναι σχετική, ότι διαφέρει από άτομο σε άτομο, από κοινωνία σε κοινωνία.
Με άλλα λόγια, κρίνεται απαραίτητο να απορρίψουμε τη σχετικοποίηση της ηθικής, καθώς οδηγεί στο μηδενισμό και σε μια ψευδεπίγραφη, συγκρουσιακή ανάγνωση της διαλεκτικής σχέσης μεταξύ ελευθερίας και καταναγκασμού.
Ελευθερία χωρίς κρατικό καταναγκασμό (μονοπώλιο άσκησης της νόμιμης βίας, εξαναγκαστή ρύθμιση της κοινωνικής συμβίωσης) είναι μια ζούγκλα όπου «δίκαιο είναι ο νόμος του ισχυρότερου», κατά τη σοφιστεία του Θρασύμαχου.
Από την άλλη, ωμός καταναγκασμός χωρίς ψήγματα ελευθερίας είναι τυφλή βία, κυριαρχική επιβολή ενός Κόμματος, μιας τάξης, μιας φυλής κ.τ.λ επί της αυτονομίας των πολιτικών υποκειμένων και σε καμιά περίπτωση δεν συνιστά οργανωμένη πολιτική κοινότητα.
Ο κίνδυνος επιβολής μιας σχετικοποιημένης ηθικής, σύμφωνα με τους οπαδούς του νομικού θετικισμού, αποτελεί επιχείρημα υπέρ του γενικού κι αφηρημένου χαρακτήρα του νόμου, προκειμένου να διασωθεί και να διασφαλιστεί αποτελεσματικά η κανονιστικότητα της έννομης τάξης.
Ωστόσο, τότε τίθεται αμείλικτο το πρόβλημα της νομιμοποίησης. Ποιο είναι το κρίσιμο στοιχείο που καθιστά το νόμο άξιο υπακοής;
Κι εκεί πολύ φοβάμαι ότι καμιά από τις τρεις κυρίαρχες θετικιστικές αναγνώσεις της έννομης τάξης δεν προσφέρει μια πειστική εξήγηση.
Ούτε η αυτοαναφορικότητα του ακραιφνούς θετικιστικού εγχειρήματος (το κελσενιανό Grundnorm, η υποθετική αυτή κατασκευή που φύεται από παρθενογένεση στην κορυφή της πυραμίδας της έννομης τάξης και προστάζει τα υποκείμενα δικαίου να υπακούν στο Σύνταγμα), ούτε η βουλησιαρχική αντίληψη της συνήθειας υπακοής (habit of obedience) στα “πρέπει” του εκάστοτε κυριάρχου (ωφελιμιστικός νομικός θετικισμός του Austin) ούτε και ο διασκευασμένος, αναλυτικός νομικός θετικισμός του H.L.A. Hart (η θεμελίωση της κανονιστικότητας των νομικών επιταγών στον κοινωνικά αποδεκτό κανόνα αναγνώρισης).
Χρειαζόμαστε κάτι πολύ πληρέστερο από την τεκμαιρόμενη αποδοχή των αποφάσεων της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας, για να κατανοήσουμε τη διαχρονικότητα του δικαιικού εγχειρήματος.
Κοινωνιολογικές-ηθικιστικές αντιλήψεις, όπως το κοινό περί δικαίου αίσθημα, το λαϊκό αίσθημα κ.τ.λ δεν μπορούν να εισφέρουν κάτι ουσιαστικό, ίσα-ίσα αναπαράγουν λαϊκίστικα στερεότυπα του στιλ «ο σοφός λαός» και η «διεφθαρμένη ελίτ», και το κυριότερο αντιστρατεύονται την θεμελιώδη αρχή της (ατομικής και συλλογικής) πολιτικής αυτονομίας, basic των πολιτικών κοινωνιών της νεωτερικότητας.
Η κοινωνία των πολιτών είναι ένα ζωντανό κύτταρο που εξελίσσεται, παλινδρομεί, οπισθοχωρεί, ριζοσπαστικοποιείται ή συντηρητικοποιείται με ταχύτητα ανεμοστρόβιλου.
Μια δημοσκοπικού τύπου ανίχνευση των «θέλω» της κοινωνίας ως εργαλείου διαπίστωσης της γενικής βούλησης είναι άκρως απλουστευτική και κατά βάθος πολύ επικίνδυνη.
Εξάλλου, οι διαρκώς μεταβαλλόμενες αντιλήψεις της κοινωνικής πλειοψηφίας ενέχουν τον κίνδυνο οδυνηρής παραβίασης θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, εάν τυχόν, η «τυραννία της πλειοψηφίας» αποφασίσει να στραφεί κατά της εκάστοτε μειονοτικής ομάδας (μετανάστες, ομοφυλόφιλοι και κάθε λογής διαφορετικότητα) ως αποκλειστικά υπεύθυνης για τα δεινά της.
Οι ακραιφνώς φυσικοδικαιικές αντιλήψεις (με τη μορφή ενός προαιώνιου δικαίου που κείται υπεράνω του τυπικού νόμου), παρά την αδιαμφισβήτητη αξία της προσπάθειας να βρεθεί η ratio νομιμοποίησης ετεροαναφορικά, έξω από τον χωροχρονικό μικρόκοσμο των νόμων, στερούνται σύνδεσης με τον κόσμο της εμπειρίας. Κατέχονται από άκρατο ιδεαλισμό («κόσμος των ιδεών» του Πλάτωνα, «a priori κατηγορική προσταγή» του Kant, «το κράτος ως ενσάρκωση του πνεύματος» στον Hegel, «κοινό δίκαιο» στον Blackstone), αδυνατώντας να εξεύρουν τον αναγκαίο δίαυλο επικοινωνίας μεταξύ του δέοντος και του είναι.
Επομένως, χωρίς να ταυτίζουμε την επικράτεια του νόμου με την επικράτεια της ηθικής συνείδησης, οφείλουμε να ανεύρουμε το ηθικοπολιτικό υπόβαθρο της έννομης τάξης.
Έχουμε χρέος απέναντι στους εαυτούς μας και στην εν κράτος οργανωμένη πολιτική κοινωνία να εξετάσουμε αν πληρούνται, έστω και στο minimum, οι καταστατικοί όροι ενός αξιοσέβαστου, βασισμένου στις αρχές του fair play, κοινωνικού συμβολαίου (αυτονομία, ίση ελευθερία για όλους, κοινωνική αλληλεγγύη).
Η τεράστια σημασία των θεμελιωδών γνωρισμάτων των κανόνων δικαίου (γενικότητα κι αφαιρετικότητα της ρύθμισης) προϋποθέτουν τη λογικά, χρονικά και δικαιοπολιτικά, πρότερη διαδικασία των νομιμοποιητικών στοιχείων της έννομης τάξης (να απαντήσουμε στο γιατί σε τελική ανάλυση ένας κανόνας δικαίου αξίζει υπακοής και γιατί οφείλει κάποιος υπακοή σε έναν κανόνα δικαίου).
Αφού επιχειρηματολογήσαμε υπέρ της ηθικής αδιαφορίας και μιας συνεκτικής κοινωνικής αντίληψης του νόμου, πρέπει να ανακαλύψουμε τι είναι αυτό που μας κάνει (ή πρέπει να μας κάνει) να δυσφορούμε όταν κόβεται (κατ’ εφαρμογή του νόμου) το ρεύμα σε μια ευπαθή κοινωνική ομάδα που αδυνατεί να πληρώσει το λογαριασμό της ΔΕΗ και εξοργιζόμαστε όταν ένας εφοπλιστής ή η Εκκλησία απαλλάσσονται (κατ’ εφαρμογή του νόμου) από τις συνταγματικά κατοχυρωμένες ρυθμίσεις της αναλογικής φορολογικής ισότητας στα δημόσια βάρη (άρ. 4 παρ. 5 Συντ.).
Με άλλα λόγια, γιατί η επιβολή φόρου σε έναν εφοπλιστή θεωρείται, συνεπειοκρατικά ιδωμένη, αντιαναπτυξιακό μέτρο που θα οδηγήσει σε μεταφορά της έδρας του επιχειρηματία και σε απώλεια θέσεων εργασίας, ενώ η οποιαδήποτε κάμψη της αυστηρότητας του νομικού πλαισίου σε μικροπαραβάτες θεωρείται a priori υπονομευτική για την αρχή του κράτους δικαίου;
Πώς δικαιολογείται η αλά καρτ χρήση της νομιμότητας πότε ως απλού εργαλείου στην υπηρεσία ενός ανώτερου σκοπού (δημόσιο συμφέρον, κοινό καλό, ελεύθερη αγορά κ.τ.λ.) και πότε ως αυτοσκοπού, ως του άλφα και του ωμέγα της κοινωνικής συμβίωσης κατ’ αυτούσια μεταφορά της θεμελιώδους αρχής του ιδιωτικού δικαίου των συμβάσεων, pacta sunt servanda, σε σχέσεις που εμπίπτουν στον πυρήνα άσκησης δημόσιας εξουσίας;
Η τυπική ισότητα του κάθε πολίτη ενώπιον του νόμου (άρ. 4 παρ. 1 Συντ.) δεν συνοδεύεται από την ισότητα πρόσβασης στη διαβουλευτική διαδικασία, μέσα από την οποία παράγεται ο νόμος.
Κι επίσης, η ουσιαστική διάσταση της ισότητας προϋποθέτει ίση μεταχείριση όμοιων πραγματικών καταστάσεων και άνιση των ανόμοιων.
Όταν, συμβαλλόμενα μέρη (δανειστής-οφειλέτης, εργοδότης-εργαζόμενος) ή ομάδες πίεσης (κινήματα για το περιβάλλον-λόμπι της βιομηχανίας ορυκτών καυσίμων) με διαφορετική ισχύ και διαφορετικό βαθμό πρόσβασης στην τεχνοκρατική, διαχειριστική γραφειοκρατία (κατ’ επίφαση εκτελεστική εξουσία), αντιμετωπίζονται απλώς ως τυπικά ίσα υποκείμενα δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, είναι εύλογο ότι ο νόμος που θα προκύψει θα είναι ταξικά μεροληπτικός ως προς την διάχυση των ωφελειών (δικαιώματα) και την κατανομή των βαρών (υποχρεώσεις).
Και τότε, η αρχή «τα συμφωνηθέντα πρέπει να τηρούνται» αντί για εγγύηση της κοινωνικής ειρήνης, της πολιτικής σταθερότητας και της δημοκρατικής ομαλότητας λειτουργεί περισσότερο ως απειλή για την ισότητα, την ελευθερία, τη δημοκρατία και τη λαϊκή κυριαρχία.
Επομένως, το μείζον πρόβλημα της παραδοσιακής (ειδικά αστικοδικαιικής) θεώρησης του δικαίου ως ενός συστήματος κανόνων δικαίου που ρυθμίζουν με εξαναγκαστό τρόπο την κοινωνική συμβίωση είναι ότι παραγνωρίζει τις εντάσεις, τις αδικίες και ανισότητες που γεννά η ταξική μεροληψία του νόμου, κι ακόμα πιο οδυνηρά η ταξική μεροληψία της διαδικασίας παραγωγής του νόμου (διαβουλευτική δημοκρατία).
Σε τελική ανάλυση, ένα ορθολογικό κοινωνικό υποκείμενο (μακριά από τον ορθολογικό, ιδιοτελή ατομικισμό, αλλά και από μια κολεκτιβιστική άρνηση θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων σε ταξικούς εχθρούς) δεν αντιλαμβάνεται το νόμο, ούτε όπως τις δέκα εντολές του Μωυσή (προαιώνιος ηθικός κώδικας συμπεριφοράς εκπορευόμενος από τα πάνω), ούτε σαν ένα ανάξιο λόγου και υπακοής εργαλείο καταπίεσης των κατώτερων τάξεων.
Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η μοιρολατρία οδηγεί σε παθητικότητα και υποτιμά την εγγενή αξία της δημοκρατικής διαβούλευσης ως βασικής μορφής διαρκούς πάλης για μεταβολή των κοινωνικών συσχετισμών.
Ο νόμος προσομοιάζει μάλλον σε ένα συνεργατικό εγχείρημα (fair play) μεταξύ ανταγωνιστικών παικτών.
Συμπερασματικά, το χρέος μας ως νομικών, που θέτουμε και προσπαθούμε να απαντήσουμε πριν και πάνω απ’ όλα στο θεμελιώδες ερώτημα «γιατί πρέπει να υπακούμε στο νόμο», έγκειται αφενός στη διάσωση της διάκρισης μεταξύ δικαίου και ηθικότητας (ηθική αδιαφορία του νόμου) κι αφετέρου στη διάγνωση των ταξικών ανταγωνισμών που βρίσκονται στη διαδικασία παραγωγής κι εφαρμογής ενός κανόνα δικαίου (ταξική μεροληψία του νόμου).
Ο καστανάς και η καρκινοπαθής ηλικιωμένη χρήζουν διαφορετικής μεταχείρισης, όχι επειδή είναι ανώτεροι ηθικά από τα golden boys (όλοι οι άνθρωποι όπου γης δικαιούνται ισάξια επίπεδα αξιοπρέπειας και ηθικής συνείδησης ως φορείς της ανθρώπινης υπόστασης), αλλά επειδή βρίσκονται στην πλευρά της φαβέλας, των ταπεινών και καταφρονεμένων της κοινωνικής συμβίωσης, στη σκοτεινή πλευρά του φεγγαριού.
Όχι αποκλειστικά από επιλογή, όπως πρεσβεύει ο άκρατος φιλελευθερισμός, αλλά και επειδή γεννήθηκαν σε μια κοινωνία που υπάρχουν τάξεις.
Κι όπου υπάρχουν τάξεις, αυτό συνεπάγεται ανισότητα ευκαιριών. Κι όπως προαναφέρθηκε, ισότητα (στην ουσιαστική-αναλογική και όχι στην τυπική-αριθμητική της διάσταση) σημαίνει ίση μεταχείριση των όμοιων καταστάσεων και άνιση μεταχείριση των ανόμοιων.
Ας μην τα βάφουμε μαύρα, ο νόμος είναι μια φωτογραφία της στιγμής και ο τροχός της δικαιοσύνης είναι στο χέρι μας να γυρίσει.
Φτάνει να το τολμήσουμε στο παρόν που μας αναλογεί αξιοποιώντας τη μαγιά των περασμένων αγώνων και τα οράματα για ένα δικαιότερο μέλλον, όπου δεν θα υπάρχει καμιά ανοχή στην εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο.
*Ο τίτλος είναι εμπνευσμένος εν μέρει από το εξαιρετικά διεισδυτικό έργο “Η ηθική αδιαφορία του νόμου” (εκδ. Πόλις, Αθήνα, 2006) του αγαπητού μου καθηγητή, κ. Ανδρέα Τάκη, όπου ασκείται κριτική από εσωτερική οπτική γωνία (internal point of view) στον (αξιολογικά ουδέτερο) αναλυτικό νομικό θετικισμό και ,ταυτόχρονα, τονίζεται η σημασία της διάκρισης μεταξύ δικαίου και ηθικής.
**Δικηγόρος, ΜΔΕ Ιστορίας, Φιλοσοφίας & Κοινωνιολογίας του Δικαίου (ΑΠΘ)
