Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η αύξηση του κατώτατου μισθού στα 920 ευρώ μικτά από την 1η Απριλίου αποτελεί μια θετική εξέλιξη, καθώς ανεβάζει το νόμιμο κατώτατο όριο αμοιβής κατά 40 ευρώ σε σχέση με το προηγούμενο επίπεδο των 880 ευρώ. Σε μια περίοδο κατά την οποία το κόστος ζωής παραμένει υψηλό και η αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών εξακολουθεί να πιέζεται, κάθε ενίσχυση του εισοδήματος των εργαζομένων έχει ιδιαίτερη σημασία.

Ταυτόχρονα, όμως, η πραγματική αποτίμηση αυτής της παρέμβασης δεν μπορεί να γίνεται αποκομμένα από τη συνολική οικονομική και κοινωνική πραγματικότητα. Η ενίσχυση αυτή ασφαλώς βοηθά, αλλά δεν αρκεί από μόνη της για να αντισταθμίσει την πίεση που έχουν ασκήσει τα τελευταία χρόνια η ακρίβεια, το αυξημένο κόστος στέγασης, η ενέργεια και οι ανατιμήσεις στα βασικά αγαθά. Γι’ αυτό και η συζήτηση για τον κατώτατο μισθό δεν είναι μόνο αριθμητική· είναι βαθιά κοινωνική, αναπτυξιακή και πολιτική.

Ο κατώτατος μισθός δεν αποτελεί απλώς ένα διοικητικό μέγεθος. Αποτυπώνει τη θέση που κατέχει η εργασία μέσα στην οικονομία και τα όρια αξιοπρεπούς διαβίωσης για χιλιάδες εργαζόμενους. Από αυτή την άποψη, η σημερινή αύξηση είναι ένα θετικό βήμα, αλλά χρειάζεται συνέχεια, συνέπεια και ένταξη σε μια ευρύτερη στρατηγική που θα ενισχύει πραγματικά το διαθέσιμο εισόδημα.

Δεν πρέπει επίσης να ξεχνάμε την εμπειρία της προηγούμενης δεκαετίας. Το 2012, ενώ το βασικό πρόβλημα της χώρας παρουσιαζόταν ως πρόβλημα δημόσιου χρέους, η καθοριστική παρέμβαση έγινε τελικά στην αγορά εργασίας και στους μισθούς, μέσω της λεγόμενης εσωτερικής υποτίμησης. Με τον ν. 4093/2012 ο κατώτατος μισθός μειώθηκε κατά 22% για τους εργαζόμενους άνω των 25 ετών, ενώ για τους νεότερους θεσπίστηκε ο υποκατώτατος μισθός, με ακόμη μεγαλύτερη μείωση.

Αυτή η επιλογή δεν έλυσε το διαρθρωτικό πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας. Αντίθετα, μετέφερε σημαντικό μέρος του βάρους της προσαρμογής στην εργασία και στη μείωση των αποδοχών. Χρειάστηκε να φτάσουμε στο 2019 για να καταργηθεί ο υποκατώτατος μισθός και να αυξηθεί ο κατώτατος στα 650 ευρώ, αποκαθιστώντας μόνο ένα μέρος των απωλειών που είχαν προηγηθεί.

Αυτό ακριβώς δείχνει ότι οι μισθολογικές παρεμβάσεις δεν είναι ουδέτερες τεχνικές αποφάσεις. Αντανακλούν συγκεκριμένες πολιτικές επιλογές για το ποιος τελικά επωμίζεται το κόστος κάθε κρίσης και ποιος ωφελείται από την ανάπτυξη όταν αυτή επιστρέφει. Για τον λόγο αυτό, η σημερινή συζήτηση για τον κατώτατο μισθό πρέπει να έχει μνήμη, διάρκεια και σαφή κοινωνικό προσανατολισμό.

Την ίδια ώρα, δεν μπορεί να αγνοηθεί η πραγματικότητα της ελληνικής δομής. Η χώρα στηρίζεται σε πολύ μεγάλο βαθμό σε μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις, οι οποίες λειτουργούν σε ένα περιβάλλον υψηλού ενεργειακού κόστους, αυξημένων ασφαλιστικών και φορολογικών βαρών και περιορισμένης ρευστότητας. Η αύξηση των μισθών είναι αναγκαία για την κοινωνική συνοχή και την τόνωση της κατανάλωσης, αλλά για να είναι βιώσιμη χρειάζεται να συνοδεύεται από πολιτικές που μειώνουν το συνολικό κόστος λειτουργίας των επιχειρήσεων.

Σε διαφορετική περίπτωση, υπάρχει ο κίνδυνος το βάρος να μεταφέρεται δυσανάλογα στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, χωρίς να διασφαλίζεται μια σταθερή και διατηρήσιμη αναβάθμιση των αποδοχών. Η εργασία χρειάζεται στήριξη, αλλά και η υγιής επιχειρηματικότητα χρειάζεται συνθήκες αντοχής και προοπτικής. Μόνο έτσι μπορεί να συγκροτηθεί μια πραγματικά ισορροπημένη πολιτική μισθών.

Ένα ακόμη κρίσιμο ζήτημα αφορά τον τρόπο καθορισμού του κατώτατου μισθού. Σήμερα το ισχύον πλαίσιο παραμένει κατά βάση νομοθετικό, καθώς ο κατώτατος μισθός ορίζεται από την κυβέρνηση μέσω της διαδικασίας του άρθρου 103 του ν. 4172/2013. Το θέμα, επομένως, δεν είναι μόνο θεσμικό ή διαδικαστικό· είναι βαθιά πολιτικό.

Μια πιο δίκαιη και πιο σταθερή αγορά εργασίας προϋποθέτει ουσιαστικό ρόλο των συλλογικών διαπραγματεύσεων και των κοινωνικών εταίρων στη διαμόρφωση των κατώτατων αμοιβών. Η μονομερής κρατική ρύθμιση μπορεί να δίνει κάθε φορά μια απάντηση, αλλά δεν αρκεί για να οικοδομηθεί ένα ώριμο και ισορροπημένο πλαίσιο εργασιακών σχέσεων. Η ενίσχυση των συλλογικών διαδικασιών μπορεί να προσφέρει μεγαλύτερη θεσμική νομιμοποίηση, προβλεψιμότητα και κοινωνική ισορροπία.

Η κατεύθυνση αυτή συνδέεται και με την ίδια την ευρωπαϊκή συζήτηση για τους μισθούς. Η Οδηγία (ΕΕ) 2022/2041 για επαρκείς κατώτατους μισθούς αντιμετωπίζει τις συλλογικές διαπραγματεύσεις ως βασικό πυλώνα προστασίας της εργασίας και θέτει ως κρίσιμο όριο αναφοράς το 80% κάλυψης των εργαζομένων από συλλογικές διαπραγματεύσεις. Για τα κράτη μέλη που βρίσκονται κάτω από αυτό το επίπεδο, προβλέπεται η υποχρέωση λήψης μέτρων και κατάρτισης σχεδίου δράσης για τη διεύρυνση της συλλογικής κάλυψης.

Με άλλα λόγια, η ευρωπαϊκή κατεύθυνση δεν δείχνει προς περισσότερη απορρύθμιση, αλλά προς ισχυρότερες συλλογικές εγγυήσεις. Αυτό είναι και το κρίσιμο πολιτικό ζητούμενο στη χώρα μας: ο κατώτατος μισθός να μην αντιμετωπίζεται ως μια αποσπασματική κυβερνητική ανακοίνωση, αλλά ως μέρος μιας συνολικής πολιτικής που ενισχύει την εργασία, βελτιώνει την αγοραστική δύναμη, στηρίζει την υγιή επιχειρηματικότητα και αποκαθιστά τη σημασία των συλλογικών θεσμών.

Η αύξηση στα 920 ευρώ είναι, λοιπόν, ένα θετικό βήμα, αλλά όχι το τέλος της διαδρομής. Για να μετατραπεί σε ουσιαστική βελτίωση του επιπέδου διαβίωσης, χρειάζεται συνέχεια στις μισθολογικές παρεμβάσεις, αποτελεσματική αντιμετώπιση της ακρίβειας, μείωση των βαρών που υπονομεύουν την παραγωγική δραστηριότητα και ενίσχυση των συλλογικών διαπραγματεύσεων. Μόνο έτσι η αύξηση των μισθών μπορεί να αποκτήσει πραγματικό κοινωνικό περιεχόμενο και σταθερό αναπτυξιακό αποτύπωμα.

*Οικονομολόγος, πρώην πρόεδρος Π.Τ. Θράκης Οικονομικού Επιμελητηρίου Ελλάδας