Οι περσινές συγκεντρώσεις καταγγελίας της πιο οργανωμένης συγκάλυψης εγκλήματος εν καιρώ ειρήνης στην ελληνική ιστορία σήμανε γενικό συναγερμό για το σύστημα εξουσίας, αφού η συμμετοχή σ’ αυτές επιβεβαίωσε σε πραγματικές πλέον και όχι εργαστηριακές (δημοσκοπήσεις) συνθήκες την τεράστια απόσταση μεταξύ της κοινωνίας και του όλου πολιτικού συστήματος. Η παντελής απουσία ενός πολιτικού φορέα που να εκφράζει τις προσδοκίες της μεγάλης πλειοψηφίας της κοινωνίας δεν θα μπορούσε να αποδειχτεί με πιο εκκωφαντικό τρόπο. Και αυτό γιατί, παρά το γεγονός ότι το κάλεσμα του Συλλόγου των Τεμπών ήταν η απόδοση δικαιοσύνης (με την οποία υποτίθεται ότι συμφωνεί ακόμα και η… κυβέρνηση), ο χαρακτήρας των συλλαλητηρίων ήταν αναμφισβήτητα αντικυβερνητικός και ως τέτοιος αποτέλεσε μοναδικό πολιτικό γεγονός, που μόνο με τις διαδηλώσεις του 2010-12 μπορεί να συγκριθεί.
Η υποκριτική στήριξη των κινητοποιήσεων από την αυτοαποκαλούμενη Αριστερά και προοδευτική παράταξη είχε στόχο την εντελώς ανέξοδη γι’ αυτές οικειοποίηση της συσσωρευμένης αγανάκτησης. Ανέξοδη γιατί η όλη κοινοβουλευτική αντιπολίτευση ούτε μπόρεσε και κυρίως ούτε θέλησε να δώσει ένα σαφέστερο πολιτικό περιεχόμενο στις συγκεντρώσεις -ούτε πριν ούτε μετά- ελπίζοντας να υφαρπάξει μίζερα μερίδια και ποσοστά. Και αυτό γιατί λόγω του παρελθόντος της δεν διαθέτει την έξωθεν καλή μαρτυρία και κυριότερα λόγω της πλήρους αδυναμίας της να επεξεργαστεί και να προτείνει μια εναλλακτική στρατηγική, με την οποία θα μπορούσε να συνταχθεί ο ελληνικός λαός, μια στρατηγική που θα έδινε διέξοδο και άμεσες λύσεις σε ζωτικά καθημερινά του προβλήματα.
Για παράδειγμα, η χορήγηση 13ου και 14ου μισθού σε 700.000 δημόσιους υπαλλήλους μαζί με την πλήρη κατάργηση του ΕΝΦΙΑ θα κόστιζε συνολικά στο δημόσιο τέσσερα δισ. ευρώ ετησίως, ενώ οι φοροαπαλλαγές που χορηγούνται στο κεφάλαιο και στα πολύ υψηλά εισοδήματα είναι περίπου δέκα δισ. ευρώ ετησίως! (Βλ. https://www.efsyn.gr/oikonomia/elliniki-oikonomia/476517_oi-ntropes-ton-foroapallagon)
Χωρίς λοιπόν την πολιτική γενναιότητα να προτάξει τέτοιες προφανείς πολιτικές παρεμβάσεις ακόμα και για δυτικού τύπου δημοκρατίες, δεν είναι να απορεί κανείς για την πλήρη απαξίωση της «Αριστεράς» και της «προοδευτικής» παράταξης στα μάτια της κοινωνίας. Η αδυναμία της «προοδευτικής» αντιπολίτευσης να κατανοήσει, να αξιολογήσει και να επεξεργαστεί ιδεολογικά την κοινωνική δυναμική που εκφράστηκε μέσα από το κίνημα των Τεμπών, συνεισφέροντας στην εξέλιξή του σε πολιτικό κίνημα είναι λοιπόν φυσικό επακόλουθο της προαναφερόμενης γενικότερης ανικανότητάς της. Ετσι, το υποβαθμίζει βαφτίζοντάς το «κόμμα Καρυστιανού» και το συκοφαντεί σε κάθε ευκαιρία που δημιουργούν οι βιαστικές δηλώσεις (της) σε ζητήματα που αγγίζουν τα, δικαιωματικά πάντα, ιερά και όσια της συστημικής Αριστεράς, τοποθετώντας το άκριτα στον χώρο της Ακροδεξιάς.
Η επιχείρηση λοιπόν απαξίωσης του κινήματος των Τεμπών και ο προσανατολισμός του προς «ασφαλείς» κατευθύνσεις έρχεται να προστεθεί, ως ζήτημα, σε εκείνα για τα οποία η οριζόντια συναίνεση του πολιτικού συστήματος είναι αδιαμφισβήτητη. Οπως είναι για την ιερότητα των μνημονίων, τον αφελληνισμό της εθνικής άμυνας και ασφάλειας, την αποβιομηχάνιση και την παραγωγική διάλυση της χώρας, την παραχώρηση αντί πινακίου φακής του ενεργειακού μας πλούτου σε ξένα και εγχώρια οικονομικά συμφέροντα με αδιαφανείς συμφωνίες και τελικά τη μετατροπή της Ελληνικής Πολιτείας σε απολύτως χειραγωγούμενη κρατική οντότητα της Δύσης, υπό την ηγεμονία Αμερικανών και Ισραηλινών, αλλά και της αμεσότερης διάλυσης της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Ευτυχώς, όμως, υπάρχουν συλλογικότητες και προσωπικότητες που στη σημερινή συγκυρία αντιλαμβάνονται το Κίνημα των Τεμπών σαν τη μοναδική ευκαιρία δημιουργίας ενός γνήσιου, λαϊκού, δημοκρατικού και εθνικού κινήματος που θα εμπνεύσει και θα κινητοποιήσει μεγάλα και αδρανή τμήματα της ελληνικής κοινωνίας. Κατανοούν επιπρόσθετα ότι, ανεξάρτητα από τις πολιτικές απόψεις και τις προθέσεις της κ. Μ. Καρυστιανού, σαν ένα πρώιμο ιδεολογικά και οργανωτικά κίνημα είναι ανοικτό και ευάλωτο κυρίως στην απολιτίκ αντισυστημικότητα που οδηγεί στην άρνηση της πολιτικής ως μοναδικού μηχανισμού για την προώθηση των κοινωνικών αιτημάτων. Προοπτική που γίνεται όλο και πιο υπολογίσιμη λόγω της επιλογής της «προοδευτικής» παράταξης να το χαρακτηρίζει σαν ακροδεξιό. Ηδη μέσα από πιθανόν παραπλανητικούς και ύποπτους λογαριασμούς των ΜΚΔ που αυτο(;)τιτλοφορούνται «φίλοι» και «υποστηρικτές» της Μ. Καρυστιανού, ο διαδικτυακός οχετός πλειοδοτεί στον ανορθολογισμό, συνωμοσιολογία, φυλετικό μίσος, αντικομμουνισμό και ρεβανσισμό. Η αντιμετώπιση βέβαια αυτών των φαινομένων, μια που χρησιμοποιείται το όνομά της, έστω και χωρίς την άδειά της, εμπίπτει στη αποκλειστική διακριτική ευχέρεια της ίδιας.
Από την άλλη μεριά, όμως, είναι επιτακτική ανάγκη για τις συλλογικότητες και τις προσωπικότητες αυτές, που είναι αριθμητικά και ποιοτικά σημαντικές, να επεξεργαστούν μέσα από άμεσες συλλογικές διαδικασίες ένα κείμενο αρχών και στήριξης αλλά και πρακτικούς τρόπους προσέγγισης και ένταξης στο Κίνημα των Τεμπών και, διατηρώντας την αυτονομία τους, να παλέψουν για την πατριωτική και δημοκρατική του κατεύθυνση και προοπτική.
*Σύμβουλος επιχειρήσεων
