Ακριβώς πριν από 23 χρόνια, τον Μάρτιο του 2003, ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Τζορτζ Μπους, μαζί με τον Βρετανό πρωθυπουργό, Τόνι Μπλερ και τον Ισπανό πρωθυπουργό, Χοσέ Μαρία Αθνάρ, συναντήθηκαν στις Αζόρες με τον Πορτογάλο πρωθυπουργό, Μανουέλ Μπαρόζο στον ρόλο του οικοδεσπότη, ρόλο που του χάρισε το ελάχιστα κολακευτικό παρωνύμιο «σερβιτόρος του Μπους», αλλά και τη θέση του προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, για δύο θητείες μάλιστα. Τέτοιο ήταν, ήδη από τότε, το ποιόν των ατόμων που επιλέγονται για τις κορυφαίες ευρωπαϊκές θέσεις, με τα γνωστά αποτελέσματα. Στη σύσκεψη αυτή αποφασίστηκε ότι η παράνομη εισβολή των ΗΠΑ και της «Συμμαχίας των Προθύμων» -έκτοτε του συρμού αυτή η φράση- στο Ιράκ θα προχωρούσε χωρίς έγκριση του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, καθώς η γκροτέσκα ψευδής δικαιολογία περί κατοχής και δυνητικής χρήσης όπλων μαζικής καταστροφής από το καθεστώς του Σαντάμ Χουσεΐν δεν είχε πείσει κανέναν. Ηταν η ταφόπλακα στο όποιο κύρος είχε απομείνει στον ΟΗΕ, μετά τους «ανθρωπιστικούς βομβαρδισμούς» του ΝΑΤΟ κατά της Σερβίας, στον πόλεμο του Κοσόβου, το 1999.
To 2026, κανείς δεν μπαίνει στον κόπο να αναζητά προσχήματα. Το δόγμα Τραμπ και η αποθέωση του δικαίου της ισχύος -καίτοι μπανάλ και καθόλου πρωτότυπη- είναι μόνο η αποκρυστάλλωση σχεδόν τεσσάρων δεκαετιών υπονόμευσης της μεταπολεμικής διεθνούς έννομης τάξης από μία συλλογική Δύση που αλαζονικά και κοντόφθαλμα πίστεψε ότι η μονοκρατορία της θα είχε ιστορική διάρκεια. Αυτό που συμβαίνει δεν είναι τίποτε άλλο από την απόπειρα μίας αυτοκρατορίας που βρίσκεται σε οπισθοχώρηση, να διατηρήσει τον έλεγχο της ηγεμονίας της πάνω σε όσο το δυνατόν μεγαλύτερο τμήμα της υφηλίου.
Και η Ευρώπη; Η Ευρώπη δεν είναι τίποτε περισσότερο από μία επαρχία αυτής της αυτοκρατορίας. Ούτε μπορεί, πλέον, αλλά ούτε θέλει ιδιαίτερα να είναι κάτι περισσότερο. Οι ρητορικές πομφόλυγες περί «ευρωπαϊκής κυριαρχίας και στρατηγικής αυτονομίας» και τα φληναφήματα περί «κοινών ευρωπαϊκών αξιών και αλληλεγγύης» προσκρούουν στην αδήριτη πραγματικότητα και στην άθλια εικόνα τιποτένιων ηγετίσκων που παίρνουν σειρά να προσκυνήσουν γονυπετείς έναν εκτός ελέγχου Τραμπ, ο οποίος δεν χάνει ευκαιρία να επιδεικνύει την πλήρη περιφρόνησή του για αυτούς.
Ενδεικτικά: με το ξέσπασμα της αμερικανοϊσραηλινής επίθεσης κατά του Ιράν, η φον ντερ Λάιεν συγκάλεσε «έκτακτο Κολλέγιο Ασφαλείας», μία δική της επινόηση ώστε να μπορεί να παίζει τον ρόλο της Ευρωπαίας ηγέτιδας, όπως αρέσκεται να κάνει, ακόμα κι αν η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν έχει αρμοδιότητα σε θέματα ασφάλειας και άμυνας. Πλην όμως, είναι κοινό μυστικό ότι στις Βρυξέλλες σοβεί σύγκρουση τιτάνων μεταξύ της ίδιας και της, ανάλογου ηθικού βάρους, Κάγια Κάλλας, η οποία έχει μια κάποια -τυπική και άνευ ουσίας- αρμοδιότητα, ως Υπατη Εκπρόσωπος της Ε.Ε., αλλά βλέπει τη φον ντερ Λάιεν να καταπατά την περιοχή της. Συνεπώς, έσπευσε να συγκαλέσει τη δική της έκτακτη σύνοδο Ευρωπαίων υπουργών Εξωτερικών, μία μέρα πριν από αυτή της προέδρου της Επιτροπής, με την οποία, κυριολεκτικά, δεν μιλιέται. Από αμφότερες τις «έκτακτες συσκέψεις» δεν προέκυψε απολύτως τίποτε άξιο λόγου και οι περισσότεροι δεν πήραν καν είδηση την ύπαρξή τους.
Την ίδια ώρα, ο Μαρκ Ρούτε, γνωστός και ως ο πολιτικός που αποκάλεσε τον Τραμπ «Daddy», έσπευδε να επιβεβαιώσει ότι το ΝΑΤΟ είναι «η πλατφόρμα προβολής παγκόσμιας ισχύος» των ΗΠΑ, θέλοντας να πουλήσει εξυπηρέτηση στον υπερατλαντικό επικυρίαρχο και να του θυμίσει ότι οι Ευρωπαίοι μπορούν να είναι πολύ χρήσιμοι «σύμμαχοι», αρκεί να τους φέρεται καλά. Από κοντά και ο Γερμανός καγκελάριος Μερτς, ο οποίος πέρασε την επίσκεψή του στον Λευκό Οίκο κουνώντας επιδοκιμαστικά το κεφάλι σε κάθε παραλογισμό του Τραμπ, ενώ δεν παρέλειψε να επικροτήσει τη δήλωση του τελευταίου ότι θα τιμωρήσει αυστηρά την ανυπάκουη Ισπανία -εταίρο της Γερμανίας, κατά τα άλλα- με διακοπή εμπορικών σχέσεων, ψελλίζοντας ότι «πρέπει να πείσουμε τους Ισπανούς να συνεισφέρουν περισσότερο στη Συμμαχία, όπως κάνουμε όλοι οι υπόλοιποι».
Αποτελεί ειρωνεία της Ιστορίας ότι είναι η Ισπανία του Σάντσεθ η χώρα που καλείται να σώσει τα τελευταία ψήγματα ευρωπαϊκής αξιοπρέπειας -για όσο αντέξει. Η τελευταία φορά που η Ευρώπη -ή μάλλον, ένα τμήμα της, η λεγόμενη «Παλαιά Ευρώπη»- ύψωσε ανάστημα ήταν, ακριβώς, το μακρινό 2003, σχεδόν ένα τέταρτο αιώνα πριν, όταν Γαλλία και Γερμανία ηγήθηκαν όσων ευρωπαϊκών κρατών αρνήθηκαν να συμμετάσχουν στον έσχατο ευτελισμό του διεθνούς δικαίου. Η Ισπανία σήμερα δεν λέει τίποτε ιδιαίτερα επαναστατικό, απλώς διεκδικεί το δικαίωμά της ως κυρίαρχο κράτος να μην εμπλακεί καθ’ οιονδήποτε τρόπο σε έναν ακόμα παράνομο και καταστροφικό πόλεμο «εξαγωγής δημοκρατίας δια των όπλων», ο οποίος θα επιδεινώσει έτι περαιτερω την ήδη δεινή θέση της Ευρώπης. Οι υπόλοιποι δείχνουν να έχουν αποδεχθεί τη μοίρα τους. Θα μπορούσαν, τουλάχιστον, να μην το κάνουν τόσο αναξιοπρεπώς.
*Δικηγόρος
