Προκειμένου να διαμορφώσει μια θεωρία για τη δικαιοσύνη, ο Αριστοτέλης αναζήτησε μέσα στην υλική πραγματικότητα ένα υπόδειγμα δικαιοσύνης που θα είχε αντικειμενική υπόσταση. Θεώρησε, λοιπόν, ότι οι ανταλλαγές εμπορευμάτων, η αγορά, προσφέρει ένα τέτοιο υπόδειγμα1, επειδή εκεί τα εμπορεύματα ανταλλάσσονται κατά αναλογία με όσα πράγματι αξίζουν, και επομένως εκεί υπάρχει ισότητα, άρα και δικαιοσύνη2. Ανέπτυξε έτσι τη θεωρία του για τη δικαιοσύνη με βάση την έννοια της αναλογικής ανταπόδοσης, της αναλογικής δικαιοσύνης, δηλαδή μιας δικαιοσύνης που λαμβάνει υπόψη της την αρχή της αναλογικότητας.
Ετσι κάνοντας ο Αριστοτέλης, και χωρίς να είναι στις προθέσεις του, δεν διαμόρφωσε μόνο μια θεωρία για τη δικαιοσύνη αλλά και μια ανάλυση για τη φύση της αγοράς, για αυτό που της χαρίζει μια τόσο μακρά ανθεκτική ύπαρξη που θα διαρκεί έως ότου η κοινωνία εφεύρει έναν άλλον τρόπο να καταλαβαίνει την ισότητα και τη δικαιοσύνη – αυτό όμως είναι μια άλλη ιστορία, και προς το παρόν η αγορά εμφανίζεται θριαμβευτικά ως ένας μηχανισμός παραγωγής ισότητας και δικαιοσύνης.
Χάρη σε αυτήν την ιδιότητά της, η ιδεολογία της αγοράς μπορεί να διεισδύει σε βαθμίδες της κοινωνίας που της είναι ξένες, εξωτερικές και άσχετες με την αγορά, που ανήκουν στις μη οικονομικές σφαίρες της κοινωνικής ζωής (στο σχολείο και σε κάθε σύστημα αξιολόγησης ικανοτήτων, στον αθλητισμό, στις σχέσεις των δύο φύλων, στις φιλίες, και αλλού) για να τις ρυθμίσει και να τις κυβερνήσει ως προσομοίωση της αγοράς, με την ίδια αρχή αναλογικής δικαιοσύνης και ισότητας που ισχύει στις ανταλλαγές των εμπορευμάτων.
Αυτό το παιχνίδι προσομοίωσης-ως-αγορά άλλων βαθμίδων της κοινωνίας, μακριά από τη σφαίρα της οικονομίας, δίνει στην αγορά μια δεύτερη ζωή, έξω από τον γενέθλιο τόπο της που είναι οι εμπορευματικές ανταλλαγές, μια δεύτερη λαθραία ζωή χωρίς όνομα, ή μάλλον, με ψευδώνυμο τη δικαιοσύνη και την ισότητα. Εκεί όπου μεταναστεύει, υπάρχει απλώς με τη μορφή μιας «λογικής», δηλαδή ως μια ιδεολογία, στην οποία υπάγονται, δηλαδή υποτάσσονται και περνούν στη δικαιοδοσία της, διαδικασίες ξένες προς αυτήν.
Ας θεωρήσουμε, όμως, τις περιπτώσεις του σχολείου και του αθλητισμού ως παραδείγματα που μπορούν να κάνουν περισσότερο κατανοητό το παιχνίδι της υπαγωγής στην ιδεολογία της αγοράς.
Το σχολείο της τυπικής ισότητας
Τα διαγωνίσματα και οι εξετάσεις, η διδακτική ύλη, οι ώρες διδασκαλίας και τα άλλα είναι ίδια για όλους τους μαθητές. Ας υποθέσουμε κιόλας ότι και η δασκάλα κρίνει αμερόληπτα όλους τους μαθητές – τουλάχιστον έτσι συμβαίνει σε ένα «σωστό» και «δίκαιο» σχολείο. Η ισότητα αυτή, όμως, είναι κίβδηλη, είναι τυπική, διότι είναι διαφορετικά τα εφόδια που έχει κάθε παιδί για να υπερπηδήσει τα εμπόδια που του τίθενται ως εξετάσεις και διαγωνίσματα.
Ακριβώς όπως στην αγορά η αξία των εμπορευμάτων «βαθμολογείται» ανεξάρτητα από τις άνισες συνθήκες μέσα στις οποίες αυτά παράχθηκαν (σε ό,τι αφορά τα μέσα παραγωγής, τις γνώσεις, τις δεξιότητες και τη σωματική αντοχή των παραγωγών, την ποιότητα της πρώτης ύλης κ.λπ.), έτσι και τα παιδιά στο καπιταλιστικό σχολείο βαθμολογούνται για αυτό που «αξίζουν», ανεξάρτητα από τις συνθήκες της ζωής τους, που ενδέχεται να είναι πολύ ευνοϊκές ή πολύ δυσμενείς για το παιδί.
Ακριβώς όπως τα εμπορεύματα μιας μεγάλης επιχείρησης που διαθέτει υψηλή τεχνολογία και έμπειρο προσωπικό υψηλής επαγγελματικής ειδίκευσης αξιολογούνται στην αγορά όπως τα εμπορεύματα που παράγει μια μικρή επιχείρηση που υστερεί τεχνολογικά και έχει μικρή παραγωγικότητα, με το ίδιο αντικειμενικό κριτήριο3 ανεξάρτητα από τις συνθήκες παραγωγής, έτσι αξιολογούνται μέσω της σχολικής βαθμολογίας και οι επιδόσεις των παιδιών εύπορων οικογενειών είτε οικογενειών με υψηλό εκπαιδευτικό επίπεδο, ταυτοχρόνως με παιδιά των υποτελών κοινωνικών τάξεων, των οποίων οι γονείς έχουν χαμηλό εκπαιδευτικό επίπεδο, ζουν σε δύσκολες υλικές και πολιτισμικές συνθήκες, και ανήκουν σε μη προνομιούχα κοινωνικά περιβάλλοντα, με όσους περιορισμούς και εμπόδια αυτό συνεπάγεται. Με τον τρόπο αυτόν, στο σχολείο σχηματίζονται για τους μαθητές δύο διαδρομές4, μία που οδηγεί τα παιδιά της αστικής τάξης και της ανώτερης μικροαστικής τάξης, ως κληρονόμους5 των ταξικών τους προνομίων, στα επαγγέλματα της ειδικευμένης διανοητικής εργασίας και μια άλλη που οδηγεί τα παιδιά των προλεταρίων (εκτός ενός μικρού ποσοστού λαμπρών εξαιρέσεων) στα επαγγέλματα της ανειδίκευτης ή της ημι-ειδικευμένης εργασίας.
Αυτό, όμως, δεν αφορά μόνο το τεχνικό περιεχόμενο των επαγγελμάτων, αλλά και τις αξίες και τα πρότυπα συμπεριφοράς που αρμόζουν στη μελλοντική κοινωνική θέση του μαθητή. Αποτελεί για τον λόγο αυτό η σχολική διαδικασία μάθησης και αξιολόγησης των μαθητών σημαντικό κρίκο στη διαδικασία αναπαραγωγής των κοινωνικών τάξεων στον καπιταλισμό.
Ο αθλητισμός σαν ιδεολογική γυμναστική
Οι αθλητές αγωνίζονται με ίσους όρους, αλλά ο καθένας τους έχει διαφορετικά εφόδια. Δεν απασχολεί τους κριτές από ποια διαδρομή κατόρθωσε ο καθένας να φτάσει σε ένα ορισμένο αποτέλεσμα αλλά αξιολογείται, βαθμολογείται, με μοναδικό κριτήριο την επίδοση, ακριβώς όπως στην αγορά, ακριβώς όπως στο σχολείο, με το ίδιο κριτήριο απόδοσης για όλους. Ο αθλητισμός ως προσομοίωση της αγοράς (όπως και το σχολείο) εκπαιδεύει τους πολίτες στην πλάνη ότι αυτού του είδους η ισότητα, η τυπική, πλασματική ισότητα της αγοράς, είναι η πραγματική, η αυθεντική.
Ο αθλητισμός στα χρόνια του καπιταλισμού δεν είναι η εκγύμναση, η σωματική άσκηση, ούτε το παιχνίδι.
Είναι η εκγύμναση, η άσκηση και το παιχνίδι που έχουν υπαχθεί, δηλαδή έχουν υποταχθεί και κυβερνώνται, από τα ιδεολογήματα της αγοράς: προσωπική «αξία», ατομικό «ανθρώπινο κεφάλαιο», ανταγωνισμός με όρους τυπικής, πλασματικής ισότητας, αξιολόγηση της επίδοσης ανεξάρτητη από τις συνθήκες της παραγωγής της, με κανόνες που επιτρέπουν τη διάκριση, τη νίκη και την επικράτηση επί του ασθενέστερου, με πολιτισμένους όρους εννοείται – όλα όπως στην αγορά.
Οι Ινδιάνοι, όμως, όταν μεταφέρθηκαν στις πόλεις των ΗΠΑ για να γίνει εύκολη η απαλλοτρίωση της γης τους από τους λευκούς, έμαθαν να παίζουν μπάσκετ χωρίς να ενδιαφέρονται για το σκορ, ακριβώς όπως και τα περισσότερα παιδιά όταν τα αφήνουν στην ησυχία τους οι ιδεολογικοί προπονητές τους.
Ετσι, λοιπόν, η ιδεολογική λειτουργία της αγοράς διεισδύει σε μακρινές για αυτήν πραγματικότητες, σε στιγμές της καθημερινής ζωής και σε σχέσεις στις οποίες δεν υπάρχει πράγματι ανταλλαγή, και τις μετατρέπει σε σχέσεις πλασματικής ανταλλαγής μέσω της κατασκευής μιας τυπικής έννοιας ισότητας που επιβραβεύει τις κοινωνικές ανισότητες και τις αναπαράγει για λογαριασμό μιας κοινωνίας που τις ανέχεται ή τις αποθεώνει ως κοινωνικά ωφέλιμες. Η ιδεολογία της αγοράς, με το ψευδώνυμο της ισότητας και της δικαιοσύνης, ανεπαισθήτως κλείνει τη μια γενιά μετά την άλλη μέσα στα τείχη του Κεφαλαίου.
