Η πρόθεση του πρωθυπουργού να κινήσει τη διαδικασία αναθεώρησης του Συντάγματος, κατά το Αρθρο 110, ανοίγει επίσημα τον δημόσιο διάλογο πάνω σε μια κατ’ εξοχήν πολιτική πράξη, με τον τρόπο που ορίζει το ίδιο το Σύνταγμα. Μερικές επισημάνεις είναι αναγκαίες.
Μιλώντας για το Σύνταγμα (με τα λόγια του Ευάγγελου Βενιζέλου στον «Κύκλο Ιδεών» – https://ekyklos.gr/ev.html), «μιλάμε ειδυλλιακά για τα όρια του εθνικού Συντάγματος ενός κυρίαρχου εθνικού κράτους, το οποίο στην πραγματικότητα δεν υφίσταται». Η χώρα έχει περάσει προ πολλού στην εποχή των πολλαπλών έννομων τάξεων (εθνικής, ευρωπαϊκής, διεθνούς) στις οποίες λειτουργεί ως κράτος-μέλος. Oι πολλαπλές έννομες τάξεις συλλειτουργούν και, πάντως, η ευρωπαϊκή και η διεθνής διεκδικούν την υπεροχή στο πεδίο τους (λ.χ., η εσπευσμένη λειτουργία ιδιωτικών πανεπιστημιακών σχολών στηρίχτηκε στο Ευρωπαϊκό Δίκαιο εις βάρος του Αρθρου 16 στο εθνικό Σύνταγμα). Με τα δεδομένα αυτά, από τη μία, μειώνεται η σημασία του εθνικού Συντάγματος και, άρα, της αναθεώρησής του η οποία και ελέγχεται για τη συμβατότητά της με την ευρωπαϊκή και διεθνή έννομη τάξη. Από την άλλη, αυξάνεται η συμβολική, παιδευτική και πρακτική σημασία του εθνικού Συντάγματος για την ποιότητα και το περιεχόμενο της δημοκρατίας στη χώρα, κυρίως, ως προς τις εγγυήσεις της ομαλότητας της κοινωνικοπολιτικής ζωής, του κράτους δικαίου και της προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων.
Πρέπει να γίνει αναθεώρηση; Προφανώς ναι. Ηδη υπάρχει εκφρασμένη δυσπιστία της κοινωνίας απέναντι σε θεσμούς. Εγείρονται ερωτήματα γύρω από το πολιτικό σύστημα. Υπάρχει η πεποίθηση ότι στην Ελλάδα οι πολιτικοί δεν λογοδοτούν· δεν δικάζονται· προστατεύονται. Υπάρχει δυσπιστία στη Δικαιοσύνη και την ανεξαρτησία της. Λ.χ., το «κόμμα Καρυστιανού» είναι, εν πολλοίς, απότοκο δυσπιστίας στο κράτος δικαίου και στους κυβερνητικούς χειρισμούς.
Καλό είναι να ξέρουμε πώς το ίδιο το Σύνταγμα ορίζει την αναθεώρησή του. Η αναθεώρηση ολοκληρώνεται από δύο Βουλές: α) από τη Βουλή που την εμπνέεται και την προτείνει και β) από τη Βουλή που την ολοκληρώνει. Η πρώτη (ας πούμε, η σημερινή) είναι η «προτείνουσα Βουλή». Οι βουλευτές προτείνουν ποια άρθρα θα αναθεωρηθούν. Τα προς αναθεώρηση άρθρα εγκρίνονται είτε με 180 ψήφους είτε με 151 ψήφους. Την αναθεώρηση την ολοκληρώνει η δεύτερη Βουλή (μετά τις εκλογές) που είναι η «αναθεωρητική Βουλή». Η ολοκλήρωση της αναθεώρησης συνδέεται με την κληρονομιά της προτείνουσας Βουλής. Αν η πρώτη είχε 180 ψήφους, η επόμενη αρκεί να έχει 151 ψήφους. Αν η πρώτη είχε 151, η επόμενη χρειάζεται 180 ψήφους.
Δίχως να μπούμε καν στην ουσία των άρθρων του Συντάγματος που θα αλλάξουν (το Αρθρο 86 περί ευθύνης υπουργών, το Αρθρο 16 περί ίδρυσης μη κρατικών/ιδιωτικών πανεπιστημίων, το Αρθρο 103 περί μονιμότητας στο Δημόσιο κοκ.), αξίζει να δούμε την αναθεώρηση στην πράξη. Το Αρθρο 110 λέει ότι, αν αλλάξει κάτι, θα αλλάξει με συναίνεση και δημοκρατική νομιμοποίηση. Το πρόβλημα είναι ότι η συζήτηση αναθεώρησης ανοίγει από κυβέρνηση που έχει ήδη κακομεταχειριστεί το Σύνταγμα, με ευθύνη του πρωθυπουργού. Η κυβέρνηση συναρτά την πρόταση αναθεώρησης με ένα εκλογικό αποτέλεσμα που θα την ευνοεί. Ζητάει συναίνεση σε ένα κοινοβουλευτικό τοπίο που η ίδια έχει υποβαθμίσει. Εάν δεν λάβει συναίνεση, θα κατηγορήσει τους πολιτικούς αντιπάλους της ως αρνητές του εκσυγχρονισμού/μεταρρυθμίσεων ή ως δεινοσαύρους διασταυρωμένους με Λουδίτες. Και θα θελήσει να προκαταλάβει ένα -μάλλον- άδηλο εκλογικό αποτέλεσμα. Προφανώς, δεν θα λάβει συναίνεση από την αντιπολίτευση, ακριβώς γιατί είναι ήδη ενεργοί οι όροι που αποκλείουν κάθε συναίνεση. Επομένως, το αν και το πώς θα αλλάξει κάτι, είναι αποκλειστικό θέμα της αναθεωρητικής (της επόμενης) Βουλής, την οποία μπορούμε να προεικάσουμε, χωρίς όμως να τη γνωρίζουμε επακριβώς. Ολα τα κόμματα υποθέτουν (ακόμα και η Καρυστιανού) ότι θα είναι πρώτα. Και η τύχη της αναθεώρησης θα γίνει πιο σύνθετη. Γιατί οι εκλογές μπορεί μεν να δώσουν Βουλή αλλά να μη δώσουν κυβέρνηση. Αυτό θα συμπαρασύρει το θέμα της όποιας συνταγματικής αναθεώρησης της παρούσας προτείνουσας Βουλής. Εάν προκύψει Βουλή, αλλά διαλυθεί; Εάν ξαναπάμε στις κάλπες, επειδή κάποιοι αρχηγοί αποφασίσουν (έξω από τη Βουλή) ότι δεν θέλουν ή δεν μπορούν να σχηματίσουν κυβέρνηση; Τότε, καίγεται και η αναθεωρητική αρμοδιότητα. Θα την ξαναδούμε ύστερα από πέντε χρόνια.
Ολοι αντιλαμβάνονται ότι η κουβέντα αγγίζει χορδές συνταγματικού (ή και αναθεωρητικού) λαϊκισμού. Η κυβέρνηση διαπιστώνει δικά της «κενά». Ενδεχομένως βλέπει λαϊκή οργή για τις δικές της λαθροχειρίες και λέει: Αναθεώρηση! Μήπως, όμως, επικαλείται το Σύνταγμα για να το αποδυναμώσει, για να εκθέσει τους πολιτικούς αντιπάλους και να υποκαταστήσει τη συνταγματική δημοκρατία και το μέλλον των γενεών με μια ξέφραγη πλειοψηφική εξουσία, όπως την έχει ήδη ερμηνεύσει ο Αδωνις Γεωργιάδης; Θα το δούμε και, μάλλον, δεν θα πλήξουμε.
