Με δεδομένη την αλληλεγγύη μας προς τους πρόσφυγες, το να επιλέξουμε να δούμε την απάντηση στο έγκλημα που έγινε πριν από λίγες μέρες στη Χίο αποκλειστικά ή κυρίως από την οπτική γωνία της κοινωνικής οργής μιας αγανακτισμένης μερίδας της κοινωνίας που προσπαθεί να πείσει ή να πιέσει τους «απέναντι» με λογικά επιχειρήματα, τεκμηριώνοντας τα πραγματικά γεγονότα, αποδεικνύοντας τις φονικές ενέργειες του λιμενικού σώματος και καταγγέλλοντας τις πολιτικές ευθύνες της ελληνικής κυβέρνησης, μου φαίνεται ατελέσφορο ή τουλάχιστον λειψό.
Αυτή η σκοπιά δεν έχει πλέον νόημα, επειδή στην πραγματικότητα δεν υπάρχει κανείς από την «άλλη πλευρά» ή από το «ουδέτερο κοινό» που να χρειάζεται να πειστεί στα σοβαρά ότι η εκδοχή του Λιμενικού για το συμβάν δεν είναι η αληθινή εκδοχή των πραγμάτων. Ακόμα και οι πιο ρατσιστικές και φασίζουσες φωνές εντός της κυβέρνησης και δεξιόθεν αυτής μας κλείνουν προκλητικά το μάτι, την ίδια στιγμή που διαρρηγνύουν τα ιμάτιά τους στην προσπάθεια να υπερασπιστούν την ηθική ακεραιότητα και τη γενναιότητα του Λιμενικού. Η αλήθεια εδώ γίνεται απλώς ζήτημα υπερήφανης πατριωτικής επιλογής για το ποια μαρτυρία οφείλουμε να πιστέψουμε: των ηθικών και γενναίων λιμενικών ή των αδίστακτων δουλεμπόρων;
Διατυπωμένο έτσι, το δίλημμα ανοίγει και κλείνει ταυτόχρονα ένα δημόσιο θέατρο του παραλόγου που τροφοδοτείται νοηματικά από μια αρρωστημένα φονική ρατσιστική ιδεολογία («Η φύλαξη των συνόρων έχει νεκρούς») και δικαιολογείται διαδικαστικά από τους κανόνες ευπρέπειας που επιβάλλει η «συμμετοχή στον δημόσιο διάλογο» και η αντίστοιχη θλιβερή υποχρέωση να κάνουμε ότι πιστεύουμε πως αυτό που λέει ο άλλος είναι αυτό που σκέφτεται πραγματικά και στο οποίο οφείλουμε αποκλειστικά να απαντήσουμε. Με άλλα λόγια, το σύστημα εξουσίας μάς ωθεί σε απομόνωση και εξουθένωση, αναγκάζοντάς μας να κινηθούμε με τους δικούς του κανόνες, χρησιμοποιώντας τα εργαλεία του τακτικισμού.
Τι θα γινόταν όμως αν το κίνημα αλληλεγγύης στους πρόσφυγες άλλαζε παράδειγμα, όχι τόσο με την έννοια της κοσμοθεωρίας του, αλλά με την έννοια των μεθόδων, των πρακτικών και των αναζητούμενων λύσεων που υποστηρίζει στην πάλη του υπέρ των προσφύγων; Τι θα γινόταν αν αλλάζαμε την οπτική γωνία της επιχειρηματολογίας μας και της δράσης μας και οργανώναμε εδώ και τώρα μια εκστρατεία απαίτησης να δικαστούν οι λιμενικοί για εγκληματικές πράξεις και η κυβέρνηση για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας (νοούμενα εν προκειμένω ως πράξεις που διαπράττονται στο πλαίσιο μιας εκτεταμένης και συστηματικής επίθεσης εναντίον άμαχου πληθυσμού σε καιρό ειρήνης);
Το αίτημα δεν απευθύνεται, προφανώς, στο εγχώριο πολιτικό και δικαστικό σύστημα εξουσίας, αλλά αφορά ένα ακόμη υπό διαμόρφωση διεθνές σύστημα απονομής δικαιοσύνης που θα υπερασπίζεται απόλυτα το διεθνές δίκαιο και τα ανθρώπινα δικαιώματα. Το σύστημα αυτό εν μέρει υπάρχει και εν μέρει μένει να συμπληρωθεί και να εδραιωθεί πολιτικά με τις κατάλληλες πρωτοβουλίες και ενέργειες, όπως καλά κατανόησε η κυβέρνηση της Ν. Αφρικής στην προσφυγή της στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης εναντίον του Ισραήλ για τη γενοκτονία των Παλαιστινίων.
Λαμβάνοντας υπόψη ότι μόνο μέχρι τον Ιούνιο του 2025 περισσότεροι από 42 εκατομμύρια άνθρωποι εξαναγκάστηκαν σε εκτοπισμό από διώξεις, συγκρούσεις, βία, παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων και περιβαλλοντική υποβάθμιση παγκοσμίως και συνυπολογίζοντας τη (με ελάχιστες εξαιρέσεις) διακηρυγμένη αποφασιστικότητα των καθεστώτων του παγκόσμιου Βορρά να συνεχίσουν αμείωτα τον ακήρυχτο πόλεμο αποτροπής, που την τελευταία δεκαετία σκότωσε σχεδόν τρεισήμισι χιλιάδες πρόσφυγες μόνο στο Αιγαίο, συμπεραίνουμε πως οι θάνατοι κοντά στα σύνορα δυστυχώς θα παραμείνουν και στα επόμενα χρόνια μια παγκόσμια σταθερά, παρά τις συγκινητικές προσπάθειες διάσωσης που καταβάλλουν οι εθελοντικές οργανώσεις της κοινωνίας πολιτών.
Ενισχύοντας σταθερά αυτές τις προσπάθειες, ας ετοιμαστούμε παράλληλα για την προοπτική μιας μακροχρόνιας πολιτικής, νομικής και δικονομικής μάχης σε διεθνές επίπεδο, με τελικό στόχο την απόδοση δικαιοσύνης και την καταδίκη των ενόχων. Γιατί στο ζήτημα των προσφύγων παίζεται το μέλλον του πολιτισμού ολόκληρης της Δύσης.
*Ομότιμος καθηγητής Κοινωνιολογίας, Πανεπιστήμιο Αιγαίου
