Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Βρισκόμενοι ολοένα και πιο κοντά στις εθνικές εκλογές, οι πολιτικές και κοινωνικές διεργασίες πυκνώνουν διαρκώς, διαμορφώνοντας ένα πρωτόγνωρο κλίμα κατακερματισμού των κομματικών δυνάμεων και συνολικής θολώτητας του πολιτικού σκηνικού.

Είναι σαφές πως η κυβέρνηση βρίσκεται σε κατάσταση ανεπανόρθωτης και διαρκούς φθοράς, αδυνατώντας να προσεγγίσει τα προηγούμενα εκλογικά ποσοστά της και παραμένοντας, στις δημοσκοπικές μετρήσεις, στάσιμη στα ποσοστά του 25 με 27% και, στη χειρότερη, σχεδόν στο ήμισυ του ποσοστού των εθνικών εκλογών, λαμβάνοντας 22 με 23%.

Παράλληλα, το ζήτημα του κόστους ζωής, που αποτελεί τον σημαντικότερο παράγοντα προβληματισμού των πολιτών, σε συνδυασμό με τη δυσπιστία τους απέναντι στους θεσμούς και την ίδια την κυβέρνηση, που σε πολλές μετρήσεις ξεπερνά το 70%, δημιουργούν ένα εκρηκτικό μείγμα που ωθεί το εκλογικό κοινό να αναζητήσει πολιτική διέξοδο.

Εντούτοις, τα υφιστάμενα κόμματα της αντιπολίτευσης δεν φαίνονται, τουλάχιστον δημοσκοπικά, να επικρατούν της Νέας Δημοκρατίας, δημιουργώντας έναν έτερο πόλο εξουσίας. Σε αυτό το σημείο καμπής, η δημιουργία νέων κομμάτων υπό την ηγεσία είτε προσώπων από το παρελθόν είτε μορφών που πρωταγωνίστησαν σε μαζικά κοινωνικά κινήματα, μολονότι διαμορφώνει νέες συνθήκες στο πολιτικό σκηνικό και αποτυπώνει ένα αίσθημα ενθουσιασμού σε σημαντικό ποσοστό των πολιτών, δεν αρκεί από μόνη της για να δημιουργήσει όρους εκλογικής επικράτησης έναντι του κυβερνώντος κόμματος.

Πράγματι, η εκλογική συμπεριφορά του κοινού έχει ωφελήσει κατά καιρούς προσωποπαγή κόμματα. Ωστόσο, ένας κομματικός οργανισμός, είτε νέος είτε υπάρχων, εφόσον δεν αποτελείται από ισχυρές δομές παραγωγής πολιτικής και κοινωνικοποίησης, δεν δύναται να δημιουργήσει τη γέφυρα προς μια μαζική βάση μελών που αποτελεί τον κινητήρα ενός κόμματος στην εκλογική διαδικασία.

Μια χαρισματική ηγεσία δεν αρκεί για την κατάληψη της εξουσίας σε μακροπρόθεσμο και σταθερό πλαίσιο, εφόσον βασίζεται αποκλειστικά στην πείρα του παρελθόντος και το λεγόμενο
«πολιτικό άστρο» και όχι σε θεμέλια διαρκούς παραγωγής πολιτικής και κοινωνικής αλληλεπίδρασης με σύγχρονους όρους και μέσα αντί αποτυχημένων πρακτικών του παρελθόντος. Ο εκσυγχρονισμός των ιδεών, των δομών και συνολικά του οράματος για μια διαφορετική διακυβέρνηση, είναι αυτά που γεννούν το πρόγραμμα και τα στελέχη με τα οποία η ηγεσία θα κληθεί την επόμενη μέρα, να διεκδικήσει την εξουσία της χώρας.

Αντίστοιχα, σε μια περίοδο κοινωνικής οργής και δυσφορίας όπως αυτή που βιώνουμε σήμερα, ένα προσωποπαγές κόμμα, βασισμένο σε γενικόλογα αφηγήματα υπό την ομπρέλα ενός ασαφούς αντισυστημισμού που συχνά ελλοχεύει επικίνδυνες προεκτάσεις εναντίον κοινωνικών κατακτήσεων, δύσκολα μπορεί να εγγυηθεί ένα αξιόπιστο σχέδιο κυβερνητικής εναλλακτικής. Η αξιοποίηση του αρχικού ενθουσιασμού προς έναν τέτοιο κομματικό οργανισμό δεν δύναται να λειτουργήσει σε μόνιμη και σταθερή βάση, καθώς πάντοτε φέρει μια ημερομηνία λήξης. Ο ενθουσιασμός των ψηφοφόρων πολύ σύντομα μεταβάλλεται σε αξιολογική κρίση και μάλιστα σκληρή.

Όταν ένα νέο κόμμα θα κληθεί να απαντήσει σε καίρια ζητήματα που απασχολούν τη ζωή του πολίτη, μπαίνει σε μια διαδικασία διλημμάτων και φθοράς, την οποία, χωρίς ισχυρές δομές, συμπαγή βάση και συγκεκριμένες προτάσεις, θα σταθεί ανίκανο να αντιμετωπίσει, καταλήγοντας να απομακρύνεται από τη διεκδίκηση του ετέρου πόλου εξουσίας.

Γεννάται συνεπώς το ερώτημα: τι κρίνει τελικά μια εκλογική νίκη;

Σε μια τέτοια ερώτηση δεν υπάρχουν απλές και εύκολες απαντήσεις, ειδικότερα σε συνθήκες όπου ο πολίτης προβληματίζεται γύρω από σύνθετους παράγοντες, αμφισβητώντας τα υφιστάμενα ιδεολογικά status quo και αναζητώντας λύσεις στα ζητήματα που τον απασχολούν.

Ωστόσο, εφόσον διακρίνουμε τα υποκείμενα που λειτουργούν αρνητικά στην ποιότητα ζωής της ελληνικής κοινωνίας και παρατηρήσουμε πως κρίσιμες εκλογικές διαδικασίες της μεταπολίτευσης κρίθηκαν πάνω σε ξεκάθαρα ζητήματα και πολιτικά αφηγήματα, γίνεται σαφές πως ο πολίτης θα κρίνει την ψήφο του με τη σκέψη της επόμενης μέρας της ζωής του για τα υπόλοιπα τέσσερα χρόνια.

Χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν οι εκλογές του 1974, όπου το κεντρικό διακύβευμα ήταν η αποκατάσταση της δημοκρατικής ομαλότητας μετά τη δικτατορία, στη συνέχεια, οι εκλογές του 1981, οι οποίες αρθρώθηκαν γύρω από το αίτημα της πολιτικής αλλαγής και της βελτίωσης της ποιότητας ζωής μέσω της διεύρυνσης των κοινωνικών δικαιωμάτων και συνολικά την συμμετοχή των κοινωνικά αποκλεισμένων στην αναδιανομή του πλούτου και την λήψη αποφάσεων, καθώς και οι εκλογές του 2015, που διεξήχθησαν στον άξονα της εξόδου από την οικονομική κρίση και την λιτότητα.

Επομένως, στην σημερινή θεσμική και συνολικά πολιτική κρίση υπό ένα καθεστώς οικονομικής αισχροκέρδειας και σκανδάλων διαφθοράς, η αποτύπωση του πολιτικού λόγου των κομμάτων και των απαντήσεων που θα δώσουν για όσα απασχολούν την ίδια την κοινωνία, θα αποτελέσει καταλύτη ως προς την συμμετοχή και το εκλογικό αποτέλεσμα.

Σε αυτό το διακύβευμα όλα θα παίξουν ρόλο· πρωταγωνιστής όμως, θα είναι η στρατηγική και το πρόγραμμα που θα γειωθεί καλύτερα και θα πείσει την κοινωνική πλειοψηφία, με ξεκάθαρο σχέδιο για την διακυβέρνηση της Ελλάδας, για το κόστος ζωής, την στεγαστική κρίση, τη διαφθορά, την συμμετοχή του πολίτη στην παραγωγή του πλούτου για την δικαιότερη αναδιανομή του και τις μεταρρυθμίσεις που χρειάζεται η χώρα.

Συμπερασματικά, όσο και αν σήμερα οι ιδέες και οι προτάσεις υποτιμώνται στον δημόσιο διάλογο, τόσο περισσότερο θα αποδειχθεί στην κάλπη ότι αυτές καθορίζουν το αποτέλεσμα.

Γιατί οι εκλογές δεν κερδίζονται με στιγμιαίο ενθουσιασμό, αλλά με την ικανότητα ενός πολιτικού χώρου να πείσει ότι μπορεί να κυβερνήσει, ότι διαθέτει αποφασιστικότητα για ουσιαστικές

αλλαγές και, ταυτόχρονα, πολιτική σταθερότητα και μακροπρόθεσμο σχέδιο. Αυτό δεν κρίνεται μόνο στο ποιος είσαι, αλλά στο τι προτείνεις, σε ποιους απευθύνεσαι, με ποιους μπορείς να το υλοποιήσεις και γιατί μπορείς συνολικά να κυβερνήσεις διαφορετικά από το υφιστάμενο πλαίσιο εξουσίας.

Πολλά μπορούν να αλλάξουν μέσα σε έναν χρόνο.

Όμως η –κατά τα άλλα κλισέ– φράση ότι «η πολιτική δεν είναι στίβος, αλλά μαραθώνιος» αποδεικνύεται σήμερα πιο επίκαιρη από ποτέ.

Διότι η άνοδος ή η πτώση των κομμάτων θα κριθεί από τη δυνατότητά τους να απαντήσουν πειστικά στις προκλήσεις του παρόντος και σε εκείνες που ήδη διαμορφώνουν το μέλλον.

* Τζούλιαν Χατζίου, φοιτητής του τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σχέσεων του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου.