Με την απροκάλυπτη πλέον κατάλυση κάθε θεσμοθετημένης πρόβλεψης του διεθνούς αστικού δικαίου, από τους ίδιους τους εμπνευστές και δήθεν υποστηρικτές του, το μόνο σίγουρο είναι ότι η εθνική κυριαρχία οποιουδήποτε κράτους, πολιορκείται και αμφισβητείται συστηματικά από τους εκάστοτε ισχυρούς, ανάλογα με τα συμφέροντά τους.
Στο άρθρο αυτό θα προσπαθήσω να αποδείξω ότι η Ελλάδα, η Γριλανδία, η Κύπρος, το Γιβραλτάρ, η Ουκρανία, τα νησιά Φώκλαντ και τα νησιά του Μαυρίκιου στο Αρχιπέλαγος Τσάγκος, βρίσκονται στην ίδια γειτονιά για την ιμπεριαλιστική αντίληψη τουλάχιστον δύο από τις αποικιοκρατικές δυνάμεις, ΗΠΑ και Ηνωμένο Βασίλειο και η αντιμετώπισή τους από τις δύο αυτές δυνάμεις, εξαρτάται αποκλειστικά και μόνο από τις αντιδράσεις των λαών τους.
Η Ελλάδα ως Αμερικανικό προτεκτοράτο με τοποτηρητή
Στο άρθρο μου στην ΕΦΣΥΝ στις 2 Φλεβάρη του 2020 με τίτλο «Η Κυπροποίηση της Ελλάδας» προσπαθούσα να αναδείξω το επίπλαστο αφήγημα μιας χώρας που θεωρεί ότι την άμυνά της μπορούν να εγγυηθούν οι εκάστοτε κατακτητές της, κάτι που ιστορικά συνέβαινε στην Κύπρο και σε συνάφεια με αυτό διαφημίζονταν, τότε, εμφατικά από την κυβέρνηση Μητσοτάκη, οι αποικιοκρατικές Ελληναμερικανογαλλικές συμφωνίες άμυνας.
Εσφαλμένα σε εκείνο το άρθρο, είχα επικεντρωθεί στον συνήθη Αμερικανικό παράγοντα που παρουσιαζόταν (και συνεχίζει να παρουσιάζεται) από την κυβέρνηση, ως εγγυητής της αμυντικής θωράκισης της Χώρας. Ένα Αμερικανικό βλέμμα συμπάθειας και ένα νεύμα ευαρέσκειας είναι αρκετό για να δικαιολογηθεί από την υποτελή και δεδομένη Ελληνική κυβέρνηση, η παραχώρηση σημαντικών δομών για την εξωτερική ενεργειακή και όχι μόνο, Αμερικανική πολιτική, στην Αλεξανδρούπολη, την Λάρισα, την Καβάλα, την Σύρο, την Ελευσίνα, Το Άκτιο, την Σούδα, την Ρεβυθούσα, τα Φάρσαλα και την Κομοτηνή.
Διαψεύστηκα πολύ σύντομα καθότι τον πολυδιαφημισμένο ρόλο του εγγυητή, οι Αμερικανοί τον ανέθεσαν τελικά στον τοποτηρητή τους στην περιοχή, το κράτος του Νετανιάου. Πρόσφατα υπογράφηκαν στη Λευκωσία με το κράτος «νταή» της περιοχής το “Κοινό Σχέδιο Δράσης (ΚΣΔ) Ελλάδος – Κύπρου – Ισραήλ” και το “Πρόγραμμα Αμυντικής Συνεργασίας (ΠΑΣ) Ελλάδος – Ισραήλ”, για το έτος 2026, που περιλαμβάνουν διακλαδικές ασκήσεις συνεκπαιδεύσεις και επιτελικές συνομιλίες. Απώτερος στόχος, όπως συζητείται από την Διοίκηση Ειδικού πολέμου, είναι η σύσταση μικτού σώματος Ελλήνων και Ισραηλινών κομάντος ειδικών επιχειρήσεων, προφανώς για να εντρυφήσουν οι Έλληνες στρατιωτικοί μεταξύ άλλων και στις διαδικασίες απαγωγής (ή σύλληψης κατ’ αυτούς ), μη δεδομένων, απρόθυμων, ή και ανεπιθύμητων ηγετών τύπου Μαδούρο.
Όσο για τις κατά καιρούς στρατιωτικές συνεργασίες με ΗΑΕ, Σαουδική Αραβία, Κατάρ και Αίγυπτο, αυτές μπορούν να συνεισφέρουν στην ουσιαστική υλοποίηση της Εθνικής Στρατιωτικής Στρατηγικής, όσο ο Τομ Κρουζ σε αποστολές του Top Gun.
Η Ελλάδα αφού πέρασε από το στάδιο της Κυπροποίησης με την συνεισφορά των μέχρι τώρα κυβερνήσεών της, με προεξάρχουσα την τελευταία, προχωρά στο επόμενο, αυτό της Πουερτορικοποίησης.
Η Αμυντική ικανότητα και αντίληψη της Ευρώπης
Σε σχέση με την άμυνα της ίδιας της Ευρώπης, η σκοτεινή, μακροχρόνια και βαθιά τοξική στρατηγική των ΗΠΑ εναντίον της, της έχει στερήσει την ικανότητα να σχεδιάσει σε επίπεδο στρατιωτικής στρατηγικής. Αν και επιφανειακά το επίπεδο ανάπτυξης της Ευρώπης εξακολουθεί να φαίνεται από τα καλύτερα στον καπιταλιστικό κόσμο, στην πραγματικότητα δεν αποτελεί, πλέον, έναν από τους πόλους του.
Μάρτυρας της απαξίωσης της Ευρώπης από τον «σύμμαχο» και εγγυητή της άμυνάς της μέσω του ΝΑΤΟ, είναι οι δημοσιευμένες φωτογραφίες από τον Λευκό Οίκο κατά την ονομαζόμενη από αυτόν «ιστορική ημέρα» της 18 Αυγούστου 2025, που δείχνουν τον κατ’ αυτοεπίκληση «Πρόεδρο της Ειρήνης» Ντόναλντ Τραμπ καθισμένο στη δερμάτινη πολυθρόνα πίσω από το ρουστίκ έπιπλο στο Οβάλ Γραφείο του, περιτριγυρισμένο από επτά Ευρωπαίους ηγέτες να κάθονται συντεταγμένα, σε κοινές καρέκλες και σε ημικύκλιο γύρω του. Η εικόνα αυτή έχει προκαλέσει κριτική σαν ένα «ντροπιαστικό» παιχνίδι εξουσίας, επισκιάζοντας αυτό που τα ΜΜΕ διαφήμιζαν, δηλαδή μια επίδειξη παγκόσμιας ενότητας.
Κατά την συνάντηση αυτή ο Τράμπ ουσιαστικά απευθύνθηκε στην Ούρσουλα Φον ντερ Λάιεν, ως εκπρόσωπο του οικονομικού μπλοκ της Ευρώπης και της γνωστοποίησε ότι έχει εκδώσει τον λογαριασμό των Αμερικάνικων εξοπλιστικών προϊόντων, που υποτίθεται ότι θα εξασφαλίσουν την ικανότητα άμυνας Ευρώπης και Ουκρανίας και τον έχει παραδώσει για πληρωμή από την ίδια και τους λοιπούς «προθύμους», στον Γενικό Γραμματέα του ΝΑΤΟ, Ρούτε.
Οι ανεπαρκείς Ευρωπαίοι ηγέτες εξετάζοντας το αίτημα λογιστικά, όπως συνηθίζουν, θεώρησαν ότι με οικονομικά τερτίπια, όπως το ReArm EU και το SAFE και εκμεταλλευόμενοι την τεχνογνωσία ενός φτηνού πλέον εργατικού δυναμικού που τους παρέχει μια ρημαγμένη Ουκρανία, θα εγκαταστήσουν στη χώρα αυτή τις θυγατρικές των αμυντικών βιομηχανιών τους, παρουσιάζοντας το όλο εγχείρημα ως εγγύηση στην αμυντική θωράκισή της
Και τότε «έσκασε» από τον Τραμπ το θέμα της Γριλανδίας για να επισημάνει, στο πλαίσιο της επικρατούσας πλέον πολεμικής οικονομίας, σε μια Ευρώπη πρόθυμη να μεταφέρει σημαντικά κονδύλια από τον αγροτικό τομέα στον τομέα της άμυνας , με απρόθυμους όμως πολίτες να την υπερασπιστούν με τις ζωές τους, ότι στον πόλεμο εκτός από την επιμελητεία διακυβεύονται και ζωές.
Το τελευταίο επιχειρείται να λυθεί με την προσέλκυση μισθοφορικών εταιριών, αλλά και με τον μισθοφορισμό των εθνικών στρατών μετατρέποντας την στρατιωτική θητεία και την εθνική άμυνα σε μια «επαγγελματική» συναλλαγή χωρίς ιδεολογικό υπόβαθρο, (βλέπε πρόσφατο άρθρο μου για το νομοσχέδιο Δένδια)
https://www.efsyn.gr/stiles/apopseis/492751_i-nea-epohi-sto-nomoshedio-dendia-i-symbasiopoiisi-toy-polemoy-kai-o#goog_rewarded
Στον τελευταίο του λόγο στο Νταβός ο Τραμπ αφού προσέβαλε την Ευρώπη λέγοντας ότι όλοι στην αίθουσα «θα μιλούσαν γερμανικά» αν δεν εμπλέκονταν οι ΗΠΑ στον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, ανακοίνωσε ότι επιδιώκει άμεσες διαπραγματεύσεις για την απόκτηση της Γριλανδίας από τις ΗΠΑ. Μια «διαπραγματευμένη διευθέτηση», είπε. «Δεν απαιτείται βία». Αλλά οι ΗΠΑ χρειάζονται «πλήρεις τίτλους ιδιοκτησίας». «Θέλουμε αυτή τη γη» για να χτίσουμε τον «μεγαλύτερο Χρυσό Θόλο που έχει κατασκευαστεί ποτέ», είπε.
Η περίπτωση της Γριλανδίας απειλεί τη συνοχή του ΝΑΤΟ
Η Γριλανδία δεν είναι απλώς ένα απομακρυσμένο παγωμένο νησί, είναι ένας στρατηγικός κόμβος στην Αρκτική. Το ενδιαφέρον των ΗΠΑ υπογραμμίζει τον τρόπο που η κλιματική αλλαγή και οι νέες ναυτιλιακές οδοί επηρεάζουν τη γεωπολιτική και προκαλούν ενδοϊμπεριαλιστικές αντιπαραθέσεις μεταξύ των εμπλεκόμενων κρατικών καπιταλιστικών οντοτήτων.
Έτσι το «Πρώτα η Αμερική» που είναι ο ακρογωνιαίος λίθος της εξωτερικής πολιτικής του πρωταγωνιστή τους, οδηγεί στην αντιμετώπιση της Ευρώπης όχι ως ισότιμο εταίρο, αλλά ως στόχο χειραγώγησης, πίεσης και απόσπασης άμεσων ωφελημάτων.
Στον αμυντικό τομέα οι αντιπαραθέσεις αυτές οδηγούν τον Τραμπ στην απόρριψη εβδομήντα πέντε χρόνων διατλαντικής Νατοϊκής συνεργασίας ασφαλείας. Η άρνηση του Τραμπ να αναγνωρίσει τη συλλογική ασφάλεια όπως ορίζεται στο Άρθρο 5 της ιδρυτικής Συνθήκης της Ουάσινγκτον, παρά το γεγονός ότι οι ΗΠΑ το έχουν επικαλεστεί για να δικαιολογήσουν τον εικοσαετή πόλεμο και την παρουσία του ΝΑΤΟ στο Αφγανιστάν, μετά την καταστροφή των Δίδυμων Πύργων, σηματοδοτεί την εκσπλαχνισμό του Οργανισμού.
Επιπλέον ο Τραμπ στον λόγο του στο Νταβός έκανε και ένα ακόμη σοβαρό ατόπημα αναφέροντας ότι το ΝΑΤΟ «δεν έχει κάνει κάτι» για τις ΗΠΑ, παραγνωρίζοντας ότι εκτός από την Αμερική, άλλες περίπου τριάντα χώρες έχουν θυσιάσει στρατιώτες τους στον ανούσιο πόλεμο του Αφγανιστάν, με την Βρετανία να έχει 457 νεκρούς. Ιδιαίτερα επισημαίνεται ότι η Δανία με 43 νεκρούς , σε σχέση με τον πληθυσμό της, κατέχει το μεγαλύτερο ποσοστό απωλειών.
Οι ΗΠΑ από την εποχή του ψυχρού πολέμου διατηρούσαν στη Γριλανδία μια μεγάλη αεροπορική βάση στο Thule, επεκτείνοντας το μακρύ χέρι της αεράμυνάς τους 2000 μίλια βορειότερα των συνόρων τους. Μετά την πτώση της Σοβιετικής Ένωσης η στελέχωση της βάσης αυτής από δύο περίπου χιλιάδες, αρχικά, έχει καταλήξει σε λιγότερο από 200 στρατιώτες. Την προηγούμενη κατάσταση θέλει να επαναφέρει ο Τραμπ με ευνοϊκότερους γι’αυτόν όρους. Όμως σύμφωνα με τις υφιστάμενες προβλέψεις δεν είναι οι ΗΠΑ που εγγυώνται την ασφάλεια της Γριλανδίας. Είναι το ΝΑΤΟ. Η Γριλανδία βρίσκεται υπό την κάλυψη του ΝΑΤΟ επειδή είναι εξαρτώμενη περιοχή ενός μέλους του, της Δανίας.
Ωστόσο οι Ευρωπαίοι συνεργάτες του Τραμπ είναι δύσκολο να προβλέψουν το είδος της δομής ασφαλείας που θα μπορούσε να είναι παράλληλη, ή ακόμη και να διαδεχθεί ένα κούφιο ΝΑΤΟ, που δεν έχει την υποστήριξη των ΗΠΑ. Η στάση του Τραμπ που απειλεί με αποχώρηση από τη «συμμαχία», δημιουργεί μια αίσθηση τρόμου στην Ευρώπη, αναγκάζοντάς την να ακολουθήσει τις αμερικανικές απαιτήσεις, μετατρέποντας de facto το ΝΑΤΟ σε έναν μηχανισμό που υπηρετεί τα αμερικανικά συμφέροντα και όχι την ευρωπαϊκή ασφάλεια.
Η διατλαντική σχέση με τα χρόνια, έχει δημιουργήσει ένα πλέγμα εμπορικών και επενδυτικών συνεργασιών αξίας τρισεκατομμυρίων δολαρίων, που είναι αδύνατο να εξαφανιστούν «εν μία νυκτί». Ωστόσο στον φαύλο κύκλο του καπιταλιστικού συστήματος, η απώλεια της αμοιβαίας εμπιστοσύνης, ταράζει τις χρηματοπιστωτικές αγορές και στην περίπτωση που οδηγήσει σε μια οικονομική ύφεση τύπου δεκαετίας του 1930, θα προκαλέσει πολιτικές αστάθειες που με τη σειρά τους θα πυροδοτήσουν ένοπλες περιφερειακές συγκρούσεις και εν δυνάμει γενικευμένες συρράξεις, επαναφέροντας στην επιφάνεια την ανάγκη της λυκοσυμμαχίας του ΝΑΤΟ, κλείνοντας και αυτόν τον κύκλο για να ξεκινήσει ένας νέος.
Η συμφωνία της Βρετανίας με τον Μαυρίκιο και η βάση Ντιέγκο Γκαρσία, οδηγούν τον Τραμπ σε “real estate” αποφάσεις.
Σε συνάφεια με το προηγούμενο, ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Τραμπ, καταδίκασε τη συμφωνία της Βρετανίας για παραχώρηση της κυριαρχίας της, στο Αρχιπέλαγος Τσάγκος, στον Μαυρίκιο, χαρακτηρίζοντάς την πράξη «πλήρους αδυναμίας» και «μεγάλης βλακείας» δικαιολογώντας έτσι τις αρχικές του επιδιώξεις για στρατιωτική επέμβαση στη Γριλανδία.
Στην συμφωνία Βρετανίας – Μαυρικίου, συμπεριλαμβάνεται η αμερικανική στρατιωτική βάσης Ντιέγκο Γκαρσία, που βρίσκεται σε ένα από τα νησιά και αποτελεί τη μόνη εναλλακτική τοποθεσία στον Δυτικό Ειρηνικό, εκτός από την Ναυτική Βάση Κλάιντ, που βρίσκεται στο λίμνη Γκάρε Λοχ της Σκωτίας, από όπου βρετανικά πυρηνικά εξοπλισμένα υποβρύχια, μπορούν να αναδυθούν.
Για την ιστορία, το 2019, η Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ ενέκρινε ψήφισμα που καλούσε το Ηνωμένο Βασίλειο να τερματίσει τη διοίκηση των Νήσων Τσάγκος, επιβεβαιώνοντας ότι τα νησιά αποτελούν μέρος του Μαυρικίου. Το ψήφισμα τόνισε την ανάγκη το Ηνωμένο Βασίλειο να επιστρέψει τα νησιά στον Μαυρίκιο και να αναγνωρίσει τα δικαιώματα του λαού του Τσάγκος.
Στην ουσία το ψήφισμα του ΟΗΕ, (τον οποίο ο Τραμπ προσπαθεί να υποκαταστήσει με το δικό του, βολικό «Συμβούλιο της Ειρήνης»), προσπαθεί να επουλώσει τα τραύματα που προκάλεσε το σκάνδαλο της απέλασης/εθνοκάθαρσης των κατοίκων των νησιών Τσάγκος μεταξύ 1968-1973 από την Βρετανία. Στηρίχθηκε σε ένα κατηγορητήριο-καταπέλτη για την λεγόμενη «διεθνή τάξη που βασίζεται σε κανόνες» την οποία το Ηνωμένο Βασίλειο και οι Ηνωμένες Πολιτείες ισχυρίζονται ότι τηρούν.
Είναι μια ιστορία που ξεκίνησε με εθνοκάθαρση και βίαιη απομάκρυνση του λαού των Νήσων Τσάγκος. Η απέλαση ενός ολόκληρου πληθυσμού (η επανάληψη της οποίας επιχειρείται στη Γάζα και αφορά στους Παλαιστίνιους, με πρόφαση την δημιουργία της «Ριβιέρας της Ανατολής»), αποτελούν εγκλήματα, όπως αυτά του Στάλιν, του Χίτλερ και του Νετανιάου, ωστόσο πραγματοποιήθηκε κρυφά από την τότε Εργατική κυβέρνηση του Χάρολντ Γουίλσον και αποσιωπήθηκε από τα μαζικά μέσα ενημέρωσης της Βρετανίας, εκείνης την εποχή.
Σκοπός της απέλασης / εθνοκάθαρσης των κατοίκων των νησιών Τσάγκος, ήταν να παραδοθούν τα νησιά στις ΗΠΑ για δημιουργία στρατιωτικής βάσης, στο Ντιέγκο Γκαρσία. Πρόσφατα αποκαλύφθηκε ότι ο Μπους και ο Μπλερ ( ο μοναδικός Βρετανός στο ΔΣ του Τραμπικού «Συμβουλίου της Ειρήνης» ) ξεκίνησαν την εισβολή τους στο Ιράκ το 2003, από το Ντιέγκο Γκαρσία, όπως και ο βομβαρδισμός του Ιράν το καλοκαίρι του 2025 από αμερικανικά βομβαρδιστικά stealth B2. Φυσικά ούτε το Ηνωμένο Βασίλειο ούτε οι ΗΠΑ έχουν κανένα συμφέρον να επιτρέψουν στους κατοίκους του νησιού να επιστρέψουν στη γη από την οποία εκδιώχθηκαν και αυτό πυροδοτεί τους χαρακτηρισμούς Τραμπ περί «βλακωδών αποφάσεων» άσχετα αν αυτές έρχονται σαν αποτέλεσμα δικαστικών αγώνων στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης και ψηφισμάτων του ΟΗΕ.
Μέχρι το 2019 η Βρετανία έκανε πολλές προσπάθειες να διατηρήσει το αποικιοκρατικό καθεστώς της στα νησιά αυτά. Έτσι το 1991, ισχυρίστηκε ότι δημιούργησε μια «Ζώνη Διατήρησης και Διαχείρισης Αλιείας» 200 μιλίων γύρω από το Αρχιπέλαγος Τσάγκος, και το 2003 ισχυρίστηκε ότι ανακήρυξε μια «Ζώνη Προστασίας και Διατήρησης Περιβάλλοντος» 200 μιλίων. Ο πραγματικός σκοπός της δεν ήταν φυσικά η διατήρηση του περιβάλλοντος , αλλά η αποτροπή του δικαιώματος επιστροφής των νόμιμων κατοίκων τους, καθότι, κατά τον κ. Κόλιν Ρόμπερτς, Διευθυντή του Υπουργείου Εξωτερικών και Κοινοπολιτείας του Ηνωμένου Βασιλείου για το Εξωτερικό, «η δημιουργία ενός θαλάσσιου πάρκου θα έθετε, στην πραγματικότητα, τέλος στις αξιώσεις επανεγκατάστασης των πρώην κατοίκων του αρχιπελάγους».
Με αυτές τις ενέργειες, το Ηνωμένο Βασίλειο παραβίασε τη Σύμβαση του 1982 για το δίκαιο της θάλασσας, την οποία είχε υπογράψει μαζί με τον Μαυρίκιο και τους κανόνες του γενικού διεθνούς δικαίου που δεν είναι ασυμβίβαστοι με αυτήν και τελικά καταδικάστηκε από το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης, στο οποίο ο λαός του Μαυρικίου κατέφυγε.
Η συμφωνία που είχε υπογραφεί μεταξύ ΗΠΑ και Βρετανίας και περιλάμβανε το Ντιέγκο Γκαρσία, προέβλεπε την κατοχή του από την πρώτη για 99 χρόνια. Η αποικιοκρατική συμφωνία υποτίθεται ότι εγγυούταν τις επενδύσεις που έκανε ο Αμερικανός φορολογούμενος για την ανάπτυξη της αποθήκευσης καυσίμων, των διαδρόμων προσγείωσης, της επισκευής και της υποδομής υλικοτεχνικής υποστήριξης της βάσης στο νησί, που εξυπηρετούσε και τους Βρετανούς και που κόστισαν δισεκατομμύρια δολάρια ΗΠΑ στους φορολογούμενους.
Μετά από τα προαναφερόμενα, το καθεστώς του Ντιέγκο Γκαρσία, πλέον αμφισβητείται από τον Μαυρίκιο. Ο Τραμπ μη αντιλαμβανόμενος τα θέματα του διεθνούς δικαίου, από όπου αυτά και αν εκφράζονται, θεωρεί πλέον ότι χωρίς κανέναν, για τον ίδιο, προφανή λογικό λόγο, το Ηνωμένο Βασίλειο τράβηξε το χαλί κάτω από τα πόδια, του πιο σημαντικού συμμάχου του στο ΝΑΤΟ, των ΗΠΑ. Η αντίληψη αυτή ενισχύεται από την «επίθεση αβρότητας» που έκανε ο Στάρμερ στον Σί, κατά την πρόσφατη επίσημη επίσκεψη του Βρετανού πρωθυπουργού στην Κίνα. Πρέπει λοιπόν αυτός να κάνει την ίδια «ηλίθια συμφωνία» με τη Δανία; Να επενδύσουν οι ΗΠΑ στη Γριλανδία δισεκατομμύρια δολάρια από τους φορολογούμενους για να χτίσουν εθνική αμυντική υποδομή εκεί όπου ενδεχόμενα να συμβεί ξανά η ίδια «προδοσία»; Έτσι μετά την συνεκτίμηση όλων αυτών που προαναφέρθηκαν, ο Τραμπ κατέληξε στην οικεία «real estate» απόφασή του περί απόκτησης, «πλήρων τίτλων ιδιοκτησίας» περιοχών της Γριλανδίας, που τον εξυπηρετούν.
Οι περιπτώσεις Γιβραλτάρ και νησιών Φώκλαντ ως πρότυπα νεοαποικιοκρατίας
Η υπόθεση του Ντιέγκο Γκαρσία και του Αρχιπελάγους Τσάγκος φαίνεται ότι αποτελεί πλέον έναν οδηγό αποαποικιοποίησης για τις υπερπόντιες κτήσεις του Ηνωμένου Βασιλείου, σε αντίθεση με την μέχρι τώρα αντίληψη που ήθελε την «Γηραιά Αλβιόνα» να συντάσσει αποικιοκρατικές συμφωνίες γραμμένες με μελάνι και αίμα που εν γένει δεν άφηναν περιθώρια αμφισβήτησης των κυριαρχικών δικαιωμάτων της. Παράδειγμα του τελευταίου είναι οι περιπτώσεις του Γιβραλτάρ και των νησιών Φώκλαντ, στα οποία τα αποικιακά δικαιώματα της Βρετανίας σφραγιστήκαν μέσω της διενέργειας δημοψηφισμάτων από τους κατοίκους τους (κυρίως Βρετανούς εποίκους που απολαμβάνουν ιδιαίτερων προνομίων από την μητρική χώρα τους).
Στην περίπτωση του Γιβραλτάρ το δημοψήφισμα ήταν αποτέλεσμα των διαπραγματεύσεων στις αρχές της δεκαετίας του 2000, μεταξύ Βρετανίας και Ισπανίας για μια πιθανή συμφωνία κοινής κυριαρχίας επί του «βράχου». Τότε η Βρετανοτραφής κυβέρνηση του Γιβραλτάρ διοργάνωσε δημοψήφισμα για το σχέδιο αυτό και το 99% του πληθυσμού ψήφισε υπέρ της απόρριψής του. Φυσικά η βρετανική κυβέρνηση δεσμεύθηκε να σεβαστεί τις επιθυμίες των πολιτών.
Αντίστοιχα για τα νησιά Φώκλαντ, δημοψήφισμα έγινε τον Μάρτη του 2013 και οι κάτοικοι ψήφισαν σε ποσοστό 99,8% να παραμείνουν βρετανικό υπερπόντιο έδαφος. Τα Ηνωμένα Έθνη δεν αναγνώρισαν το δημοψήφισμα αυτό επειδή δεν οργανώθηκε και διεξήχθη υπό την αιγίδα του, αλλά οργανώθηκε μονομερώς από το Ηνωμένο Βασίλειο, παραβιάζοντας στο Ψήφισμα A/RES/31/49 της Γενικής Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών, το σημείο 4, που προτρέπει τα δύο μέρη να απέχουν από μονομερείς ενέργειες.
Σε κάθε περίπτωση η Βρετανία, όπως και κάθε άλλη χώρα που διαθέτει υπερπόντια εδάφη, υποχρεούνται στην περιοδική κατάθεση σχετικών καταστάσεων για τα κατεχόμενα εδάφη τους, στον ΟΗΕ
Το καθεστώς των Βρετανικών βάσεων στην Κύπρο
Σε αντίθεση με το τυπικά οριοθετημένο και σταθερό καθεστώς στο Γιβραλτάρ και τα Φώκλαντ, το νομικό καθεστώς των βρετανικών στρατιωτικών βάσεων στο Ακρωτήρι και τη Δεκέλεια της Κύπρου αποτελεί ένα σύνθετο και διαρκώς συζητούμενο θέμα, το οποίο συχνά χαρακτηρίζεται ως «ανοιχτό» ή ως αποικιακό κατάλοιπο. Αν και ιδρύθηκαν με τη Συνθήκη Εγκαθίδρυσης του 1960 και de facto οι βάσεις λειτουργούν ως βρετανικό έδαφος, η νομιμότητά τους αμφισβητείται, ιδιαίτερα υπό το πρίσμα του σύγχρονου διεθνούς δικαίου περί αυτοδιάθεσης.
Οι Συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου, που υπογράφηκαν το 1959 μεταξύ Μεγάλης Βρετανίας, Ελλάδας, Τουρκίας, ελληνοκυπριακής και τουρκοκυπριακής κοινότητας, ήταν οι Συνθήκες με τις οποίες τερματίστηκε η βρετανική κυριαρχία επί της Κύπρου και ιδρύθηκε ανεξάρτητο Κυπριακό κράτος. Η Κύπρος απέκτησε επίσημα την ανεξαρτησία της από το Ηνωμένο Βασίλειο στις 16 Αυγούστου 1960, μετά την υπογραφή της Συνθήκης Εγκαθίδρυσης. Ως προϋπόθεση για την ανεξαρτησία της, η Κυπριακή Δημοκρατία υποχρεώθηκε να παραχωρήσει τμήματα του εδάφους της στους Βρετανούς για τη δημιουργία των Κυρίαρχων Βάσεων (SBA). Οι Βάσεις απολαμβάνουν ένα καθεστώς sui generis. Με το Άρθρο 1 της Συνθήκης Εγγυήσεων του 1960, η περιοχή αναγνωρίζεται από την Κυπριακή Δημοκρατία ως «κυρίαρχη» Βρετανική περιοχή. Οι Βρετανικές βάσεις έχουν προνόμια όπως να χρησιμοποιούν τα λιμάνια και τους αεροδιαδρόμους της Κυπριακής Δημοκρατίας κατά το δοκούν. Τα προνόμια που απολαμβάνουν συγκρίνονται μόνο με τις βάσεις των ΗΠΑ στο Γκουαντάναμο της Κούβας και στον Παναμά.
Ωστόσο ενώ το νομικό καθεστώς των SBA αμφισβητείται, δεν έχει υπάρξει επίσημη αμφισβήτηση της παρουσίας τους από την Κυπριακή Δημοκρατία. Παρ’ όλα αυτά, μετά την υπόθεση του Αρχιπελάγους Τσάγκος του 2019, έχουν υπάρξει αυξημένες συζητήσεις σχετικά με το εάν και πώς η Κύπρος θα μπορούσε να φέρει αυτό το ζήτημα ενώπιον του Διεθνούς Δικαστηρίου. Η σχετική απόφαση του Δικαστηρίου προσέφερε νέες γνώσεις σχετικά με τις εξελισσόμενες αρχές της αυτοδιάθεσης, της εδαφικής ακεραιότητας και της διαδικασίας αποαποικιοποίησης, παρέχοντας ένα σύνολο νομικών εργαλείων που η Κύπρος θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει για να αμφισβητήσει το νομικό καθεστώς των SBA. (βλέπε και εργασία ΕΚΠΑ «Reviewing the Legality of the Sovereign Base Areas in Cyprus in Light of the Right to Self-Determination & the Process of Decolonization» Dimitrios, Stamoulis.)
Βασικά Νομικά και Πολιτικά Σημεία Αμφισβήτησης της Νομιμότητας των Βάσεων της Κύπρου:
Συνθήκη Εγκαθίδρυσης (1960): Όταν η Κύπρος απέκτησε την ανεξαρτησία της, το Ηνωμένο Βασίλειο διατήρησε κυριαρχία (Sovereignty) σε περίπου 3% του εδάφους (99 τετραγωνικά μίλια). Αυτές οι περιοχές δεν έγιναν μέρος της Κυπριακής Δημοκρατίας, αλλά παρέμειναν βρετανικά εδάφη.
Αμφισβήτηση της Κυριαρχίας: Η πλευρά της Κυπριακής Δημοκρατίας, αν και δεν έχει αμφισβητήσει τυπικά την παρουσία τους, υποστηρίζει ότι η βρετανική εξουσία περιορίζεται στην άσκηση στρατιωτικών λειτουργιών, ενώ οι βάσεις θα έπρεπε να θεωρούνται επέκταση του εδάφους της.
Αποικιακό Κατάλοιπο: Υπάρχουν νομικές αναλύσεις που θεωρούν τις βάσεις ως αποικιακό κατάλοιπο που παραβιάζει την εδαφική ακεραιότητα της Κύπρου, ειδικά μετά τη Γνωμοδότηση του Διεθνούς Δικαστηρίου για το Αρχιπέλαγος Τσάγκος το 2019, η οποία ενίσχυσε τα επιχειρήματα περί αποαποικιοποίησης.
Ευρωπαϊκή Ένωση και Brexit: Οι βάσεις δεν αποτελούν έδαφος της ΕΕ, αλλά μετά το Brexit, η σχέση τους θα πρέπει να διευθετηθεί σύμφωνα με τη νέα συμφωνία αποχώρησης.
Σε συνάφεια με τα παραπάνω, τον Νοέμβρη του 2012 σε ανακοίνωσή του το ΑΚΕΛ μεταξύ άλλων αναφέρει: «Καμία συμφωνία, η σύναψη της οποίας έχει επιτευχθεί με την απειλή ή τη χρήση βίας, δεν μπορεί να θεωρηθεί έγκυρη και λειτουργική βάσει του διεθνούς δικαίου. Υπό δεδομένες συνθήκες και σύμφωνα με τις αντίστοιχες διαδικασίες, η εγκυρότητα μιας τέτοιας συμφωνίας μπορεί να αμφισβητηθεί» και παρακάτω: «Παρά την αναφορά σε «κυρίαρχες» – όπως περιλαμβάνεται στη Συνθήκη Εγκαθίδρυσης – οι στρατιωτικές βάσεις του Ηνωμένου Βασιλείου στην Κύπρο δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτές ως τέτοιες. Όπως ορίζεται από τους σχετικούς κανόνες του διεθνούς δικαίου (rules jus cogens) περί κυριαρχίας και εδαφικής ακεραιότητας των κρατών, οι περιοχές των στρατιωτικών βάσεων αποτελούν επέκταση του εδάφους της Κυπριακής Δημοκρατίας. Δεν μπορούν να θεωρηθούν ξένα εδάφη, κάτι που επιχειρείται μέσω της Συνθήκης Εγκαθίδρυσης».
Η «Κυπροποίηση» της Γριλανδίας προσκρούει στον Μπαχ και τον Μπετόβεν
Έχουν περάσει πολλές δεκαετίες από τότε που οι επικρατούσες ιμπεριαλιστικές αντιλήψεις οδηγούσαν σε αποικιοκρατία, πολεμικές συρράξεις και παγκόσμιες καταστροφές. Σήμερα η απειλή τους επανέρχεται και προβάλλεται απροκάλυπτα από το σύστημα προς εξυπηρέτηση της εμπέδωσης από τους λαούς ότι, πρέπει να θυσιάσουν την ανάπτυξη της παιδείας, της κοινωνικής πρόνοιας, του πολιτισμού τους, της πρωτογενούς τους παραγωγής, στον βωμό της πολεμικής οικονομίας.
Επί προεδρίας Χριστοδουλίδη και με την συνδρομή και καθοδήγηση της κυβέρνησης Κυριάκου Μητσοτάκη, οι ρυθμοί σύγκλισης της Κύπρου με την Ευρωπαϊκή επιλογή περί πολεμικής οικονομίας, έχουν επιταχυνθεί.
Μετά την πρόσφατη προσωρινή άρση του αμερικάνικού εμπάργκο πολεμικών προμηθειών προς την Κύπρο, που αρχικό στόχο έχει την απόρωσοποίηση και πλήρη αμερικανοποίηση του εξοπλισμού της, το επακόλουθο φλερτ Χριστοδουλίδη με το ΝΑΤΟ, το οποίο δεν θα έχει τύχη με δεδομένη την αντίδραση της Τουρκίας για προσχώρηση της Κύπρου σε αυτό, τις θερμές επαφές με το Ισραήλ, ενός κράτους με προβληματική αποδοχή από τους γείτονές του, που συμβαίνει να είναι και γείτονες της Κύπρου και τέλος τις εγκάρδιες επαφές του Κύπριου Προέδρου με εκπροσώπους του Αμερικάνικου μονοπωλίου, η Μεγαλόνησος πέφτει σε ένα ολοένα βαθύτερο καταστροφικό σπιράλ, που μπορεί να συμφέρει τους Αμερικανοβρετανούς, το Ισραήλ και την Τουρκία, αλλά δεν συμφέρει του Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριους.
Η Κύπρος και η Ουκρανία μπορεί να μην είναι χώρες-μέλη του ΝΑΤΟ, αυτό όμως είχε και διατηρεί «πάτημα» σε αυτές. Στην Ουκρανία το ΝΑΤΟ είχε εγκατασταθεί ως μετάγγιση από την Πολωνία στις δυτικές περιοχές της και κυρίως στη Λβιβ, πολύ πριν από την προσάρτηση της Κριμαίας από την Ρωσία το 2014, ενώ στην Κύπρο χρησιμοποιεί συστηματικά τις Βρετανικές βάσεις, το καθεστώς των οποίων, όπως προαναφέρθηκε, είναι προβληματικό για το νεοαποικιοκρατικό σύστημα.
Η Αμερικάνικη εμπειρία από τις αποφάσεις του ΟΗΕ και του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης που αφορούν το καθεστώς της βάσης στο Ντιέγκο Γκαρσία, κατευθύνει τις προσπάθειες Τραμπ προς την απόκτηση εδαφικής κυριαρχίας επί των περιοχών ενδιαφέροντός του, πέραν πάσης αμφισβήτησης. Η πολιτική του “America First” έχει μετεξελιχθεί σε μια μορφή “νεο-ιμπεριαλισμού” ή “robber-baron imperialism” (ιμπεριαλισμός των ληστρικών βαρόνων) και στο πλαίσιο αυτό αναμένεται ότι το σύστημα Τραμπ θα εντείνει τις Αμερικανικές πιέσεις και προς την Γριλανδία και προς την Κύπρο με πρόσχημα την επαύξηση της Εθνικής, Διεθνούς ή και πλανητικής ασφάλειας για προστασία από τους Ρώσους, τους Κινέζους και τους εξωγήινους.
Το κοινοβούλιο και η Βασιλική οικογένεια της Δανίας θα έχουν σχετική δυσκολία να πείσουν τον λαό της στην ικανοποίηση των απαιτήσεων του Τραμπ. Μεγαλύτερο πρόβλημα αναμένεται να έχει η τοπική κοινότητα της Γριλανδίας, η οποία πρέπει να λάβει υπόψη το όραμα που έχουν οι ίδιοι οι Γριλανδοί για το μέλλον τους, είτε πρόκειται για ανεξαρτησία, ισχυρότερους ή όχι δεσμούς με τη Δανία, είτε για έναν νέο ρόλο στην παγκόσμια ασφάλεια. Ωστόσο τα στοιχεία δείχνουν ότι περισσότερο από το 80% του πληθυσμού απορρίπτει την προσάρτηση από τις Ηνωμένες Πολιτείες και το 56% απαιτεί ανεξαρτησία από τη Δανία.
Για την Κύπρο τα πράγματα είναι ευκολότερα με την προϋπόθεση ότι Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι αποφασίσουν να επιδείξουν μια συνενωτική γραμμή, όπως αυτή του 2003, κατά το άνοιγμα των συνόρων στην Κύπρο, που ξάφνιασε ακόμα και την ηγεσία τους και να αποφασίσουν με δημοψήφισμα με τη συμμετοχή Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων αξιοποιώντας την διαδικαστική εμπειρία των Ευρωεκλογών, την πλήρη αποστρατικοποίηση του νησιού, την απομάκρυνση των Βρετανικών βάσεων και την κατάργηση του, επικίνδυνου όπως αποδείχθηκε ιστορικά για τις κοινότητές τους, καθεστώτος των εγγυήσεων.
Στο ενδιάμεσο και μέχρι, από κοινού, Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι να αποφασίσουν τι θα γίνει με την άμυνα του Νησιού, αυτή, παρά τα προβλήματά τους, να αναλάβουν, ενισχυμένες, οι υπάρχουσες δυνάμεις του ΟΗΕ, τη συνδρομή των οποίων είχε επικαλεστεί στην 73η Γενική Συνέλευση του Οργανισμού ο τέως Πρόεδρος Αναστασιάδης που ανέφερε: “… Συμμεριζόμαστε πλήρως την έννοια της υπεροχής της διπλωματίας στην ειρηνευτική διαδικασία και την επίλυση συγκρούσεων και τον υποστηρικτικό, αλλά καταλυτικό, ρόλο των ειρηνευτικών αποστολών σε αυτήν…».
Σε έναν κόσμο που το καπιταλιστικό σύστημα ακολουθώντας τα χαρακτηριστικά της ίδιας της φύσης του, οδηγεί όλο και πιο βαθιά τις παραγωγικές δυνάμεις των λαών στην πολεμική οικονομία και τελικά στην καταστροφή, η Κύπρος μπορεί να αποτελέσει το πεδίο εφαρμογής πανανθρώπινων κανόνων δικαίου και αξιών, αλλά και των κανόνων Διεθνούς δικαίου όπως και αν αυτοί εκφράζονται σήμερα και τους οποίους υποτίθεται ότι εξυπηρετούν και υποστηρίζουν οι Αμερικανοβρετανοί. Η Κύπρος μπορεί να διαψεύσει αυτό που ανέφερε στο Οικονομικό Συνέδριο της «Ναυτεμπορικής» τον περασμένο Οκτώβρη ο «δωρητής» βιοκλιματικών προσόψεων στο υπ. Εθνικής Άμυνας και επιχορηγούμενος από το ΝΑΤΟ, μεγαλομέτοχος της «METLEN», Ευάγγελος Μυτιληναίος, ότι «αυτή τη στιγμή μιλούν τα όπλα και όχι ο Μπαχ και ο Μπετόβεν».
Η Κύπρος και η Γριλανδία, τουλάχιστον, εκτός από Μπαχ και Μπετόβεν, απολαμβάνουν και Μότσαρτ και Σοστακόβιτς, άμα λάχει.
* Υποπτέραρχος (Ι) ε.α.
