Στο ερώτημα ποιος διασφαλίζει την προστασία των προσφύγων παγκοσμίως, η απάντηση φαντάζει αυτονόητη: η Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες (UNHCR). Είναι ο διεθνής οργανισμός που εμφανίζεται σε όλες τις συνεντεύξεις Τύπου, σε όλες τις εκθέσεις, σε όλα τα στατιστικά για τον παγκόσμιο προσφυγικό πληθυσμό. Στη δημόσια σφαίρα, η UNHCR είναι συνώνυμη της ανθρωπιστικής προστασίας.
Ωστόσο, αν κοιτάξουμε πιο προσεκτικά πώς λειτουργεί το σύγχρονο προσφυγικό καθεστώς, θα δούμε κάτι λιγότερο βολικό: η προστασία δεν αποτελεί απλώς μια ηθική υποχρέωση, αλλά και ένα εργαλείο διακυβέρνησης. Η UNHCR δεν είναι μόνο «προστάτιδα», αλλά και ένας κεντρικός παγκόσμιος παίκτης που διαχειρίζεται, ταξινομεί και ελέγχει πληθυσμούς σε στενή σύμπραξη με κράτη, ευρωπαϊκούς και διεθνείς θεσμούς (όπως η Ευρωπαϊκή Ένωση), αλλά και με ιδιώτες δωρητές.
Η επιστημονική έρευνα σπανίως την αντιμετωπίζει έτσι. Στις κοινωνικές επιστήμες, η UNHCR εμφανίζεται κυρίως ως πηγή δεδομένων: πίνακες, διαγράμματα, εκθέσεις κατάστασης. Οι κατηγορίες που χρησιμοποιεί —«πρόσφυγας», «αιτών άσυλο», «ανιθαγενής», «ευάλωτος», «ωφελούμενος» (beneficiary), «πρόσωπο ενδιαφέροντος» (Person of Concern – PoC)— υιοθετούνται συχνά άκριτα στην ανάλυση. Κι όμως, αυτές οι λέξεις δεν είναι ουδέτερες. Καθορίζουν τι θεωρείται ορατό, μετρήσιμο, άξιο παρέμβασης. Με άλλα λόγια, ο οργανισμός που υποτίθεται ότι περιγράφει την πραγματικότητα, ταυτόχρονα την κατασκευάζει.
Στον σημερινό κόσμο, η ανθρωπιστική προστασία έχει μετεξελιχθεί σε μια μορφή διακυβέρνησης. Η φροντίδα μεταφράζεται σε διοικητικά έγγραφα, κριτήρια επιλεξιμότητας, συστήματα διαχείρισης υποθέσεων και δείκτες απόδοσης, τους οποίους οι ΜΚΟ-εταίροι οφείλουν πάση θυσία να «πιάσουν» για να εξασφαλίσουν την επόμενη χρηματοδότηση.
Η πρόσβαση σε πόρους εξαρτάται από το αν ταιριάζεις στο προφίλ του «αθώου θύματος»: αρκετά «ευάλωτος», αρκετά «τραυματισμένος», αλλά και απολύτως «συμμορφωμένος» και «συνεργάσιμος». Κάπως έτσι, η ηθική γλώσσα του ανθρωπισμού («κανείς στο περιθώριο») καλείται να συνυπάρξει με την ψυχρή λογική της πολιτικής σκοπιμότητας («ποιον μας συμφέρει να σώσουμε;»). Ο τρόπος, άλλωστε, που υλοποιήθηκε το πρόγραμμα μετεγκατάστασης των ασυνόδευτων ανηλίκων αποτελεί την πιο ηχηρή επιβεβαίωση: μια διαδικασία επιλεκτικής ευαισθησίας που σχεδιάστηκε για να παράξει πολιτικό κεφάλαιο.
Πίσω από τις πολιτικές επιλογές, ωστόσο, υποκρύπτεται και μια σκληρή γεωπολιτική και οικονομική πραγματικότητα, καθώς, ενώ η συντριπτική πλειονότητα των προσφύγων διαβιεί στον Παγκόσμιο Νότο, οι πόροι και τα κέντρα λήψης αποφάσεων εδράζονται στον Παγκόσμιο Βορρά. Με δεδομένη την οικονομική εξάρτηση της UNHCR από μια χούφτα ισχυρών κρατών, οι περικοπές, οι «στρατηγικές στροφές» και οι προτεραιότητες χαράσσονται σε κλειστά γραφεία, χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από το πεδίο: μακριά από τα νησιά του Αιγαίου, τους καταυλισμούς της Μέσης Ανατολής ή τους προσφυγικούς οικισμούς στην Ανατολική Αφρική.
Η σχέση αυτή παραπέμπει ευθέως σε νεοαποικιακά πρότυπα, όπου οι «δωρητές» υπαγορεύουν τι ορίζεται ως «επείγον», τι συνιστά «βέλτιστη πρακτική», τι θα χρηματοδοτηθεί και τι θα τερματιστεί αδόκητα. Στον αντίποδα, η τοπική κοινωνία, οι εργαζόμενοι στο πεδίο και οι ίδιοι οι πρόσφυγες παραμένουν, κατά κανόνα, αποκλεισμένοι από τη διαδικασία λήψης των αποφάσεων.
Η Ελλάδα μετά το 2015 αποτέλεσε ένα από τα πιο χαρακτηριστικά εργαστήρια αυτής της ανθρωπιστικής διακυβέρνησης. Υπό το καθεστώς της Συμφωνίας ΕΕ–Τουρκίας, τα νησιά μετατράπηκαν σε «hotspots», δηλαδή σε ζώνες μόνιμης εξαίρεσης, όπου οι άνθρωποι είναι παρόντες, καταγεγραμμένοι, αριθμημένοι, αλλά όχι πραγματικά υποκείμενα δικαίου. Σε αυτό το τοπίο, η UNHCR ανέλαβε κομβικό ρόλο στη διαχείριση των προσφυγικών ροών, λειτουργώντας σε απόλυτη ευθυγράμμιση με την ευρωπαϊκή πολιτική της αποτροπής και του εγκλωβισμού.
Η πραγματικότητα παραμένει βαθιά αντιφατική. Ενώ από τη μία πλευρά υλοποιούνται σημαντικά προγράμματα στέγασης και υποστήριξης κυρίως στα αστικά κέντρα, από την άλλη η καθημερινότητα στις κλειστές ελεγχόμενες δομές των παραμεθόριων περιοχών χαρακτηρίζεται από θεσμοθετημένη επιτήρηση, αστυνόμευση, περιορισμούς στην ελευθερία της κίνησης και διαρκή αβεβαιότητα για το μέλλον. Ουσιαστικά, μιλάμε για έναν ανθρωπισμό που λειτουργεί ως «ανθρώπινο προσωπείο» ενός σκληρού καθεστώτος συνοριακών ελέγχων: οι άνθρωποι μετατρέπονται σε αριθμούς στατιστικών πινάκων, καταχωρούνται ως απλά «περιστατικά» σε ψηφιακές πλατφόρμες και υποβιβάζονται σε δείκτες λογιστικών αναφορών.
Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και η περίπτωση του Κέντρου Ψυχοκοινωνικής Υποστήριξης Προσφύγων (ΚεΨΥΠ). Πρόκειται για μία από τις πιο ενδιαφέρουσες και αποκαλυπτικές πτυχές αυτού του μοντέλου διαχείρισης. Το ΚεΨΥΠ συστάθηκε με πόρους που διοχετεύθηκαν μέσω της UNHCR και αναδείχθηκε τάχιστα ως το απόλυτο «success story» σε υπηρεσιακές εκθέσεις, δημοσιογραφικά αφιερώματα και εθιμοτυπικές επισκέψεις διπλωματικών αποστολών και υψηλόβαθμων αξιωματούχων.
Το μοντέλο διέθετε όλα τα εχέγγυα: επένδυση σε υποδομές, καινοτόμα εργαλεία, μια ομάδα επαγγελματιών ψυχικής υγείας και, κυρίως, την ενεργή συμμετοχή των ίδιων των προσφύγων ως ψυχοκοινωνικών φροντιστών στην κοινότητα. Ένα πρόγραμμα «μεταβίβασης εργασιακών καθηκόντων» (task-shifting) που φιλοδοξούσε να αποδείξει ότι οι κοινότητες έχουν τη δύναμη να στηρίζουν τα μέλη τους, καθιστώντας τη φροντίδα συμμετοχική, πολιτισμικά κατάλληλη και λιγότερο ιεραρχική. Πρόσφυγες, ειδικά εκπαιδευμένοι και υπό τη διαρκή εποπτεία επαγγελματιών ψυχικής υγείας, παρείχαν ψυχοκοινωνική υποστήριξη στα μέλη της κοινότητάς τους, μιλώντας απευθείας στη μητρική τους γλώσσα και αίροντας την ανάγκη διαμεσολάβησης και διερμηνείας. Στην πράξη, εκατοντάδες άνθρωποι φορτισμένοι με σοβαρό ψυχικό βάρος, τραύματα και πένθος, βρήκαν εκεί ένα ζωτικό και σταθερό πλαίσιο υποστήριξης.
Και ξαφνικά, εν μια νυκτί, η χρηματοδότηση διεκόπη. Το Κέντρο έβαλε λουκέτο, οι πρόσφυγες εργαζόμενοι βρέθηκαν στον δρόμο και οι ωφελούμενοι έμειναν μετέωροι. Χωρίς κανένα ουσιαστικό σχέδιο διασύνδεσης με τις κρατικές δομές, χωρίς την παραμικρή πρόβλεψη για ομαλή μετάβαση. Για τα διοικητικά έγγραφα ήταν απλώς η άδοξη λήξη ενός έργου. Στην πραγματική ζωή, όμως, σήμαινε διάλυση σχέσεων εμπιστοσύνης, βίαιη διακοπή θεραπευτικών διαδρομών και απώλεια εκείνης της λυτρωτικής αίσθησης του «ανήκειν».
Αν θέλουμε να μιλήσουμε επί της ουσίας για δικαιώματα —και όχι για φιλανθρωπία αφ’ υψηλού— απαιτείται η αποαποικιοποίηση της διακυβέρνησης του προσφυγικού. Μια τέτοια στροφή προϋποθέτει τουλάχιστον τρία βήματα.
Πρώτον, οφείλουμε να σταματήσουμε να αντιμετωπίζουμε την UNHCR ως έναν «ουδέτερο τεχνοκράτη» και να την αναγνωρίσουμε ως αυτό που πραγματικά είναι: έναν ισχυρό πολιτικό δρώντα που λογοδοτεί πρωτίστως στους χρηματοδότες του και όχι στους ίδιους τους πρόσφυγες.
Δεύτερον, είναι επιτακτική η αντιστροφή της λογοδοσίας ώστε να μετατοπιστεί από τα «πάνω» προς τα «κάτω». Η ευθύνη δεν πρέπει να εξαντλείται στα υπουργεία Εξωτερικών και τις πρεσβείες, αλλά να στρέφεται στους ανθρώπους που διαβιούν στους προσφυγικούς καταυλισμούς, στις κλειστές ελεγχόμενες δομές, στις δομές φιλοξενίας και τις γειτονιές των πόλεων. Η «συμμετοχή» δεν νοείται να περιορίζεται σε focus groups και φωτογραφικά στιγμιότυπα για τις εκθέσεις πεπραγμένων. Αντίθετα, προϋποθέτει την ενεργή εμπλοκή στη λήψη αποφάσεων, την ουσιαστική συνδιαχείριση των υπηρεσιών και, κυρίως, την κατοχύρωση της δυνατότητας να αρθρώσουν ένα ηχηρό «όχι» που θα εισακουστεί.
Τρίτον, οφείλουμε να μιλήσουμε ανοιχτά για το πώς η Ελλάδα αποτέλεσε —και εξακολουθεί να αποτελεί— το πεδίο δοκιμών για μια ευρωπαϊκή πολιτική που συναρθρώνει το ανθρωπιστικό λεξιλόγιο με την πρακτική της αποτροπής. Η ιστορία του ΚεΨΥΠ δεν αποτελεί απλώς ένα μεμονωμένο ή «ατυχές» περιστατικό. Είναι το σύμπτωμα ενός συστήματος που, ενώ διακηρύσσει την προστασία, λειτουργεί με στυγνούς όρους διαχείρισης πληθυσμών, κοστολόγησης της ανθρώπινης ζωής και λογιστικού εξορθολογισμού της φροντίδας.
Η ανθρωπιστική προστασία παραμένει αδιαπραγμάτευτη ανάγκη, ειδικά σε έναν κόσμο που κλυδωνίζεται από πολλαπλές κρίσεις, πολέμους και κλιματική κατάρρευση. Όσο όμως δεν την προσεγγίζουμε κριτικά, παγιδευόμαστε σε μια γκρίζα ζώνη όπου ο ανθρωπισμός εργαλειοποιείται για να νομιμοποιήσει τον αποκλεισμό και η φροντίδα μετατρέπεται στον πιο αποτελεσματικό μηχανισμό ελέγχου.
Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν χρειαζόμαστε διεθνείς οργανισμούς όπως η UNHCR, αλλά με ποιους όρους και για ποιον σκοπό λειτουργούν. Το πραγματικό διακύβευμα αφορά τη λογοδοσία τους και, τελικά, το κατά πόσον ένα «καλό παράδειγμα» μπορεί να διατηρηθεί ή είναι καταδικασμένο να εγκαταλειφθεί όταν συγκρούεται με τις «διαθέσεις» των κυβερνήσεων ή/και των οικονομικών ολιγαρχιών.
Το παρόν άρθρο αποτελεί την επεξεργασμένη μορφή της εισήγησης με τίτλο «Beyond Protection: A Critical Appraisal of UNHCR’s Role in Forced Migration Governance», η οποία παρουσιάστηκε στο Συνέδριο της Ευρωπαϊκής Κοινωνιολογικής Εταιρείας (ESA) για την Κοινωνιολογία της Μετανάστευσης, στην Αθήνα (27–28 Νοεμβρίου 2025).
* Διδάκτωρ Κοινωνικής Ψυχολογίας (Aix-Marseille Université) — Κοινωνιολόγος, MSc (EHESS Paris)
