Τριάντα χρόνια μετά τον πόλεμο της Βοσνίας, μια σκοτεινή ιστορία αναδύεται ξανά από τα βάθη της ευρωπαϊκής μνήμης: η υπόθεση των «τουριστών-σκοπευτών», ανθρώπων που ταξίδευαν στο Σαράγεβο για να πυροβολούν αμάχους, πληρώνοντας παραστρατιωτικούς για να τους συνοδεύουν σε θέσεις βολής.
Νέα δημοσιεύματα στον ιταλικό Τύπο, η έρευνα της Εισαγγελίας του Μιλάνου, παλαιότερη κατάθεση ενός Αμερικανού πυροσβέστη στο Δικαστήριο της Χάγης το 2007 και το ντοκιμαντέρ Sarajevo Safari (2022) επαναφέρουν στην επιφάνεια μια φρικτή πραγματικότητα: την ύπαρξη Ευρωπαίων που αντιμετώπισαν τον πόλεμο ως μια μορφή «ανθρωποκυνηγετικής περιπέτειας».
Αυτό το φαινόμενο, όσο ακραίο κι αν μοιάζει, δεν περιορίζεται στο πεδίο του ακατανόητου. Αποκαλύπτει κάτι βαθύτερο: την ευρωπαϊκή ικανότητα να ιεραρχεί την ανθρώπινη ζωή, να θεωρεί ορισμένες υπάρξεις λιγότερο άξιες προστασίας, λιγότερο «πένθιμες», όπως θα έλεγε το Τζούντιθ Μπάτλερ. Ο πόλεμος της Βοσνίας δεν υπήρξε απλώς μια σύγκρουση μεταξύ κρατών και εθνοτήτων· υπήρξε ο χώρος όπου οι σκοτεινές συνέχειες της ευρωπαϊκής ιστορίας -αποικιοκρατία, μιλιταρισμός, φασιστική βία- βρήκαν ξανά έδαφος να εκδηλωθούν.
Σε αυτό το πλαίσιο, η θεωρία της νεκροπολιτικής του Ασίλ Μπέμπε γίνεται κρίσιμο εργαλείο. Ο Μπέμπε περιγράφει κόσμους όπου η εξουσία δεν οργανώνεται γύρω από τη διαχείριση της ζωής, αλλά του θανάτου· όπου κοινότητες ανθρώπων ζουν σε συνθήκες απόλυτης εκτεθειμένης ύπαρξης, σαν «ζωντανοί-νεκροί», των οποίων η εξόντωση μπορεί να συντελεστεί χωρίς πολιτικό ή ηθικό κόστος. Στη Βοσνία, αυτό δεν υπήρξε θεωρητικό σχήμα· υπήρξε καθημερινότητα: ολόκληρες κοινότητες θεωρήθηκαν αναλώσιμες, υλικό πάνω στο οποίο μπορούσαν να ασκηθούν οι πιο ακραίες μορφές βίας.
Η Χάνα Αρεντ είχε δείξει πώς η «κοινοτοπία του κακού» επιτρέπει σε συνηθισμένους ανθρώπους να διαπράττουν αδιανόητες πράξεις όταν τα ηθικά πλαίσια γύρω τους έχουν καταρρεύσει. Ο Ζίγκμουντ Μπάουμαν ανέλυσε τη γραφειοκρατική αποανθρωποποίηση που καθιστά την ανθρώπινη καταστροφή τεχνική πράξη. Ο πόλεμος της Βοσνίας απέδειξε ότι αυτοί οι μηχανισμοί δεν ανήκουν στο παρελθόν· μπορούν να αναπαραχθούν σε νέες συνθήκες, ιδίως σε ζώνες που η Ευρώπη ιστορικά αντιμετώπισε ως «περιφέρειες», ως χώρους όπου η βία γινόταν πιο εύκολα ανεκτή.
Οι Ιταλοί που συμμετείχαν σε αυτά τα «σαφάρι θανάτου» δεν ήταν απλώς ψυχροί δολοφόνοι. Κινούνταν σε ένα υπόγειο δίκτυο νεοφασιστικών κύκλων, παρακρατικών διαύλων και υπερεθνικιστικών φαντασιώσεων που μετέτρεπαν τον πόλεμο σε σκοτεινό θέατρο. Γι’ αυτούς, η εξόντωση μουσουλμάνων αμάχων παρουσιάστηκε ως «εμπειρία», η βία απέκτησε αισθητική και η επιστροφή στην Ευρώπη συνοδεύτηκε από τον τίτλο του «πολεμιστή». Η γενεαλογία αυτή δεν έληξε με τη δεκαετία του ’90· επανεμφανίστηκε σε άλλες συγκρούσεις: Ευρωπαίοι νεοναζί στην Ουκρανία, «ξένοι μαχητές» στη Συρία, ακροδεξιοί παρατηρητές σε πολεμικά μέτωπα. Μια διεθνική κουλτούρα που συνδυάζει μισθοφορική βία, ιδεολογία μίσους και τη μετατροπή του πολέμου σε θέαμα.
Δεν μπορούμε επίσης να αγνοήσουμε ότι ο πόλεμος της Βοσνίας υπήρξε το σημείο συνάντησης διεθνικών ακροδεξιών δικτύων. Νεοφασίστες από την Ιταλία, την Ελλάδα, τη Γερμανία και τα Βαλκάνια αντάλλαξαν τεχνικές, σύμβολα και στρατιωτική μυθολογία. Στο ίδιο πλέγμα εντάσσεται και η ελληνική παρουσία: εθελοντές που πολέμησαν στο πλευρό των σερβικών δυνάμεων, αρκετοί εκ των οποίων συνδέονταν οργανωμένα με τη Χρυσή Αυγή και φωτογραφήθηκαν κάτω από ελληνικές σημαίες στη Σρεμπρένιτσα. Δεν ήταν μια περιθωριακή παρέκκλιση· ήταν μέρος ενός ευρωπαϊκού νεοφασιστικού «διεθνισμού» που αναζητούσε πραγματικά πεδία δράσης.
Οι αποκαλύψεις για τους «τουρίστες-σκοπευτές» δεν μας επιστρέφουν μόνο στο παρελθόν· φωτίζουν με οδυνηρή καθαρότητα το παρόν. Δείχνουν πόσο βαθιά ριζωμένη παραμένει στην ευρωπαϊκή δημόσια σφαίρα η παθητική αποδοχή της βίας, η αισθητικοποίηση του πολέμου, η ηρωοποίηση της σκληρότητας και η απουσία εμπάθειας για ανθρώπους που θεωρούνται «μακρινοί». Η σημερινή άνοδος της Aκροδεξιάς δεν ξεκινά από το μηδέν· συνεχίζει μια κληρονομιά που δεν αποδομήθηκε ποτέ πραγματικά.
Η Βοσνία υπήρξε ένα εργαστήριο ευρωπαϊκού σκοταδιού. Και όσο η ήπειρος διστάζει να αναμετρηθεί με τα ίχνη της δικής της βίας -από τις αποικίες μέχρι τα Βαλκάνια- τόσο οι σκιές θα επιστρέφουν. Οι «τουρίστες-σκοπευτές» δεν είναι μια ιστορία του χθες· είναι μια επίμονη προειδοποίηση για το αύριο, για όσα ανασύρονται όταν η μνήμη γίνεται επιλεκτική και η δημοκρατία εύθραυστη.
*Πολιτική επιστήμονας, επιστημονική συνεργάτις Πάντειο Πανεπιστήμιο, μέλος Δ.Σ. FRAN (Far-Right Analysis Network)
