Ανάμεσα στις εικόνες από τις αφίξεις μεταναστών στην Κρήτη που κυκλοφόρησαν το περασμένο καλοκαίρι, ξεχωρίζουν ορισμένες που επικεντρώνονται στο μοντέλο της εύτακτης και αποτελεσματικής διαχείρισης των «ροών»: μερικές δεκάδες μετανάστες στοιχίζονται υπό τις οδηγίες ένστολων υπαλλήλων, καθιστοί ή όρθιοι, σε ανοιχτούς ή κλειστούς χώρους, αναμένοντας ό,τι -άγνωστο ακόμα σε αυτούς- ακολουθεί. Το βασικό μήνυμα προς τον θεατή μοιάζει να είναι ότι μια οργανωμένη υποδομή για την υποδοχή των μεταναστών βρίσκεται σε πλήρη λειτουργία, ελέγχοντας, περιορίζοντας και κατευθύνοντας την κίνηση των ξένων σωμάτων.
Αυτή είναι όμως ταυτόχρονα μια υποδομή επιστροφής των μεταναστών. Το σύνθημα «φυλακή ή επιστροφή», με το οποίο επίσημα χείλη περιέγραψαν την ίδια περίοδο τις νέες νομοθετικές μεταρρυθμίσεις για τη διαχείριση της μετανάστευσης σε εθνικό επίπεδο, δεν μας αφήνει αμφιβολίες ως προς αυτό. Υπό κράτηση από την πρώτη στιγμή, προσωρινά χωρίς δικαίωμα υποβολής αιτήματος ασύλου, ταξιδεύοντας στα αμπάρια πολεμικών πλοίων προς ελεγχόμενες δομές στην ενδοχώρα, οι μετανάστες και μετανάστριες μπαίνουν στον προθάλαμο μιας επικείμενης απομάκρυνσης, ακόμα κι όταν αυτή είναι ανέφικτη, γιατί οι χώρες από τις οποίες (δι)ήλθαν δεν συνεργάζονται.
Η «επιστροφή» είναι ένας όρος που έρχεται από το ευρωπαϊκό δίκαιο και την περίφημη Οδηγία 2008/115 που τον υιοθέτησε για να περιγράψει αυτό που στην πραγματικότητα είναι είτε μια απέλαση (αναφερόμενη ως «απομάκρυνση»), είτε μια συμμόρφωση στην υποχρέωση αναχώρησης, η οποία γίνεται υπό την απειλή απέλασης ή στέρησης της ελευθερίας (και αναφέρεται ως «οικειοθελής»). Οι αιτίες της επιλογής αυτών των ευφημισμών δεν θα μας απασχολήσουν εδώ. Ας προσθέσουμε όμως ότι η σύγχυση που προκαλούν επιτείνεται από τη χρήση του όρου «εθελούσια» (ή άλλοτε «οικειοθελής») επιστροφή, προκειμένου και για προγράμματα υποστηριζόμενης επανεγκατάστασης σε κάποια χώρα καταγωγής.
Το να μελετήσουμε πέρα από την ορολογία των νομικών και των πολιτικών κειμένων και το πώς λειτουργούν πρακτικά οι υποδομές που τα εφαρμόζουν είναι κρίσιμο για να καταλάβουμε τις πραγματικές τους συνέπειες. Αυτή η μελέτη των υποδομών σε μια σειρά κρατών εντός και εκτός Ευρώπης είναι ανάμεσα στους στόχους του ερευνητικού προγράμματος GAPs («De-centring the Study of Migrant Returns and Readmission Policies in Europe and Beyond») που επιδιώκει μια πολύπλευρη διερεύνηση του ζητήματος των επιστροφών, εντός και εκτός Ευρώπης.
Οταν μιλάμε για υποδομές, συνήθως σκεφτόμαστε τον υλικό εξοπλισμό που επιτρέπει να λειτουργεί κάτι. Στο παράδειγμά μας, πράγματα όπως οι προβλήτες των λιμανιών, τα σκάφη του Λιμενικού, τα κτίρια ή γήπεδα προσωρινής κράτησης κ.λπ. αντιστοιχούν σε αυτήν την κατηγορία. Επιπλέον, όμως, κάθε υποδομή απαιτεί συγκεκριμένες ενέργειες και δραστηριότητες που αξιοποιούν αυτόν τον εξοπλισμό και κατ’ επέκταση κάποιους ατομικούς ή συλλογικούς δρώντες που αναλαμβάνουν αυτές τις ενέργειες.
Ενα παράδειγμα από την Ελλάδα είναι οι χώροι κράτησης μεταναστών, δηλαδή τα λεγόμενα προαναχωρησιακά κέντρα, ή ακόμα τα κρατητήρια Αστυνομικών Τμημάτων που χρησιμοποιούνται καταχρηστικά για τον ίδιο σκοπό. Οι χώροι αυτοί, γνωστοί για τις ανεπαρκείς έως τιμωρητικές συνθήκες ζωής των έγκλειστων από τις εκθέσεις του Συνηγόρου του Πολίτη και άλλων φορέων, είναι κεντρικό στοιχείο της υποδομής των αναγκαστικών επιστροφών.
Ωστόσο είναι λιγότερο γνωστό ότι και η υποδομή του προγράμματος των εθελούσιων υποβοηθούμενων επιστροφών (Assisted Voluntary Return and Reintegration, AVRR), που χρηματοδοτούνται από την Ευρωπαϊκή Ενωση και πραγματοποιούνται με την ευθύνη του Διεθνούς Οργανισμού Μετανάστευσης (ΔΟΜ), χρησιμοποιεί με ορισμένους τρόπους τους ίδιους χώρους. Αφενός, το αρμόδιο προσωπικό του ΔΟΜ επισκέπτεται τους χώρους κράτησης για να κάνουν γνωστή τη δυνατότητα εγγραφής στο πρόγραμμα. Παρόμοια και οι αστυνομικοί υπάλληλοι ενημερώνουν ενίοτε τους κρατούμενους για το ενδεχόμενο να επιστρέψουν με το ίδιο πρόγραμμα. Αφετέρου, είναι δυνατόν ένας ήδη εγγεγραμμένος στο πρόγραμμα μετανάστης που αναμένει τη διεκπεραίωση των διαδικασιών να συλληφθεί παρ’ όλα αυτά τυχαία και να καταλήξει, ως παράτυπος, υπό κράτηση. Στην περίπτωση αυτή, τα βήματα της προβλεπόμενης διαδικασίας «εθελούσιας» επιστροφής συνεχίζονται σαν η κράτηση να είναι ένα δευτερεύον επουσιώδες γεγονός, είτε με επισκέψεις του προσωπικού του ΔΟΜ είτε τηλεφωνικά – και πάντως με τη συνεργασία των αρμόδιων για τη φύλαξη των χώρων αστυνομικών αρχών.
Βλέπουμε επομένως τους δρώντες, τις διαδικασίες και το υλικό περιβάλλον της στέρησης της ελευθερίας να συνδέουν ώς έναν βαθμό την αναγκαστική και την εθελούσια επιστροφή. Αυτό μας λέει τουλάχιστον δύο πράγματα.
Πρώτον, ότι οι μηχανισμοί εξαναγκασμού και υποστήριξης της επιστροφής δεν είναι μεταξύ τους και τόσο αντιθετικοί. Μπορεί η υποβοηθούμενη εθελούσια επιστροφή να επιδιώκει περισσότερη συναίνεση, αλλά οι δυο τους μοιράζονται μέσα και διαδικασίες που μπορούμε να περιγράψουμε ως ένα συνεχές επιβολής.
Δεύτερον, ότι η στέρηση της ελευθερίας είναι κεντρικό στοιχείο των υποδομών επιστροφής, όχι απλά και μόνο ως μέσο πειθαναγκασμού, αλλά και ως μέσο απόσπασης συναίνεσης. Το σύνθημα «φυλακή ή επιστροφή» αποδεικνύεται ειλικρινές από τη μεριά των Αρχών που χαράσσουν τη μεταναστευτική πολιτική, αν και ακριβέστερα θα έπρεπε να λέει ότι αυτό που επιλέγουν είναι η φυλακή, με ή χωρίς επιστροφή.
! Το έργο GAPs «De-centring the Study of Migrant Returns and Readmission Policies in Europe and Beyond» χρηματοδοτείται από το πρόγραμμα Ορίζοντας Ευρώπη (101094341). Ημερίδα παρουσίασης των αποτελεσμάτων με τίτλο «Και φυλακή και επιστροφή: η Ελλάδα στο τοπίο των ευρωπαϊκών πολιτικών για τις επιστροφές μεταναστών» διοργανώνεται από το Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών την Παρασκευή 21/11, στον χώρο Eteron. To παρόν άρθρο απηχεί αποκλειστικά τις απόψεις των συγγραφέων.
* Ερευνητής, Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών
** Επιστημονική συνεργάτιδα, Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών
