Με αφορμή τη δημόσια συζήτηση για τη διαχείριση του μνημείου του Αγνωστου Στρατιώτη, που μας θυμίζει τα θύματα της πιο ακραίας μορφής συστημικής βίας, του πολέμου, ίσως θα έπρεπε να υπάρχει κι ένα άλλο μνημείο, αφιερωμένο στα σιωπηλά θύματα μιας διαφορετικής, πιο ύπουλης μορφής βίας: της ιδρυματικής «φροντίδας». Ενα μνημείο που να μας θυμίζει, μέχρι να πάψει να χρειάζεται κάτι τέτοιο, τη βαρβαρότητα της κατά τα άλλα «πολιτισμένης» κοινωνίας μας απέναντι στην ετερότητα.
Παιδιά, ανάπηροι, άνθρωποι μεγάλης ηλικίας. Ολοι όσοι βρίσκονται εγκλωβισμένοι σε χώρους που υποτίθεται πως τους προστατεύουν, αλλά στην πραγματικότητα λειτουργούν ως μηχανισμοί αποκλεισμού και απομόνωσης. Τα ιδρύματα δεν είναι απλώς δομές, είναι σύμβολα μιας κοινωνίας που φοβάται την ετερότητα, που αποσύρει τους «ανήσυχους» ή «μη κανονικούς» ανθρώπους από το οπτικό της πεδίο.
Η κοινωνία μας, ευτυχώς, δείχνει ακόμη αντανακλαστικά. Αντιδρά στη βία και την αδικία, στα εγκλήματα των Τεμπών, της Πύλου, στις γυναικοκτονίες, στους νόμους που διαλύουν το κοινωνικό κράτος. Βγαίνει στον δρόμο, φωνάζει, οργανώνεται. Ομως, όταν πρόκειται για τα ιδρύματα, επικρατεί σιωπή. Καμία αγανάκτηση, καμία μαζική κινητοποίηση. Ισως επειδή οι άνθρωποι αυτοί είναι αόρατοι. Ισως επειδή βολεύει να τους έχουμε «εκτός πόλης», «εκτός ζωής», «εκτός σκέψης».
Ο αποκλεισμός, όμως, δεν αρχίζει στα ιδρύματα. Ξεκινά πολύ νωρίτερα, στα πρώτα χρόνια της κοινωνικοποίησης, μέσα από τον διαχωρισμό που επιβάλλεται στα παιδιά με αναπηρίες μέσω των λεγόμενων «ειδικών σχολείων». Σχολεία που παρουσιάζονται ως χώροι «εξειδικευμένης φροντίδας», αλλά στην πράξη λειτουργούν ως σχολεία-γκέτο. Η εκπαίδευση, διαχωρισμένη από το κοινό σχολείο, αντί να στηρίζει, στιγματίζει. Δημιουργεί μια γραμμή αποκλεισμού που συνεχίζεται στην ενηλικίωση, οδηγώντας πολλούς ανθρώπους στην περιθωριοποίηση, την ανεργία, την ιδρυματική «λύση». Ο διαχωρισμός, με πρόφαση την προστασία, είναι η πρώτη πράξη της ίδιας βίας που αργότερα νομιμοποιεί τον εγκλεισμό.
Ταυτόχρονα, η απουσία υποστηρικτικών υπηρεσιών μέσα στην κοινότητα εντείνει τον αποκλεισμό. Δεν υπάρχουν δίκτυα φροντίδας, προσβάσιμες υποδομές, πολιτικές ουσιαστικής συμπερίληψης. Η κοινωνία μας δεν μαθαίνει να ζει με την ετερότητα, γιατί δεν τη συναντά ποτέ. Η απουσία ερεθισμάτων, όπως η εικόνα ενός παιδιού με αναπηρία να μαθαίνει, να παίζει, να συμμετέχει στο ίδιο σχολείο με τα υπόλοιπα παιδιά, στερεί από τις νέες γενιές την ευκαιρία να καλλιεργήσουν κοινωνική ευαισθησία, ενσυναίσθηση και αλληλεγγύη. Αντίθετα, μεγαλώνουμε παιδιά αποστειρωμένα από την επαφή με την ετερότητα, έτοιμα να θεωρήσουν τον αποκλεισμό φυσιολογικό. Ετσι ριζώνει, αθόρυβα, ο ρατσισμός του διαχωρισμού και της ευγονικής.
Κανένα ίδρυμα δεν μπορεί να είναι ανθρώπινο, όσο καλοπροαίρετο κι αν φαίνεται. Δεν υπάρχει «βελτίωση συνθηκών» στον εγκλεισμό. Η ίδια η λογική του ιδρύματος, η συγκέντρωση ανθρώπων με βάση ένα κοινό χαρακτηριστικό και η πλήρης εξάρτησή τους από τρίτους, συνιστά μορφή βίας. Είναι η επιτομή της συστημικής καταπίεσης που παράγει το κράτος «πρόνοιας».
Μέσα στα ιδρύματα, άνθρωποι χάνουν την ελευθερία και την αξιοπρέπειά τους. Φοράνε κοινά ρούχα, ακολουθούν αυστηρά ωράρια, τιμωρούνται αν διαμαρτυρηθούν, «ηρεμούν» με φάρμακα ή ιμάντες. Οι προσωπικές τους ανάγκες θυσιάζονται στον βωμό της «τάξης» και της «ασφάλειας». Η ζωή τους οργανώνεται γύρω από τις ανάγκες του ιδρύματος, όχι τις δικές τους. Αυτή είναι η καθημερινότητα πίσω από τις κλειστές πόρτες. Μια κανονικοποιημένη βία που συντηρείται με τη σιωπηρή ανοχή όλων μας.
Η απάντηση δεν μπορεί να είναι άλλη από την οριστική απαγόρευση νέων εισαγωγών και την εκπόνηση σχεδίου καθολικής αποϊδρυματοποίησης. Οχι «μεταρρυθμίσεις», όχι «προγράμματα εκσυγχρονισμού», αλλά ριζική αλλαγή προσανατολισμού. Κοινοτικές δομές, υποστηριζόμενη διαβίωση, ενεργή συμμετοχή των ίδιων των αναπήρων και των ηλικιωμένων στη λήψη αποφάσεων.
Σε αντίθεση με τη λογική του εγκλεισμού, ας σκεφτούμε ένα εντελώς διαφορετικό πλαίσιο: αυτό της σχέσης, της ενσυναίσθησης και της κοινοτικής συμμετοχής. Η φροντίδα δεν είναι τεχνική διαδικασία, αλλά μια δυναμική σχέση ανάμεσα σε υποκείμενα. Η πραγματική αποκατάσταση, η ψυχική ισορροπία, η επανένταξη δεν μπορούν να υπάρξουν έξω από το πλέγμα των ανθρώπινων σχέσεων και του κοινωνικού περιβάλλοντος. Κάθε άνθρωπος έχει ανάγκη όχι από επιτήρηση, αλλά από ουσιαστική παρουσία, αναγνώριση, δυνατότητα να συνδιαμορφώνει τη ζωή του. Οταν η φροντίδα αποσπάται από την κοινότητα και μετατρέπεται σε «θεσμικό καθήκον», τότε παύει να είναι φροντίδα και γίνεται διαχείριση σωμάτων.
Οπως αγωνιζόμαστε για τα εργασιακά, για το περιβάλλον, για τη δημοκρατία, έτσι πρέπει να σταθούμε και στο πλευρό των «αόρατων» ανθρώπων. Η αποϊδρυματοποίηση δεν είναι τεχνικό σχέδιο. Είναι πολιτική πράξη. Είναι σύγκρουση με ένα σύστημα που παράγει εξάρτηση, πειθαρχία και αποκλεισμό, στο όνομα της φροντίδας.
Για να υπάρξει αλλαγή, πρέπει να υπάρξει ορατότητα. Πρέπει να μιλήσουμε, να ακούσουμε, να σταθούμε δίπλα στους ανθρώπους που δεν έχουν φωνή. Και να απαιτήσουμε το αυτονόητο: ζωή με αξιοπρέπεια, ελευθερία, κοινότητα. Κανείς δεν ανήκει σε ίδρυμα. Κανείς δεν είναι «υπόθεση ειδικών». Είμαστε όλα κομμάτια μιας κοινωνίας που είτε θα είναι αλληλέγγυα είτε δεν θα νοείται ως κοινωνία.
*Μέλος του Δ.Σ. του Συνδέσμου Κοινωνικών Λειτουργών Ελλάδος
