Νίκος Σ. Παπαδόπουλος*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η κάθε 17η Νοέμβρη μας θυμίζει, μου θυμίζει ότι η ζωή είναι και παιχνίδι, που μοιάζει μάταιο, με δεδομένους νικητές, αλλά που καμιά φορά χάνουν τα φαβορί και οι ανατροπές σε ξεπερνάνε. Είναι τότε που γνωρίζει την ήττα το μυαλό από την ψυχή, η λογική από το συναίσθημα, η ακινησία από το ξεκίνημα. Τότε που χάνουν το μέτρο και η σύνεση από το ξόδι, η ύλη εντέλει από το πνεύμα. Η κάθε 17 Νοέμβρη είναι μια Πέμπτη εποχή , ένας άλλος καιρός όπου το χέρι της θύμησης ξεφλουδίζει την ζωή και αποκαλύπτει το γυμνό κορμί όλων αυτών που δεν έκανες γιατί λιγοψύχησες, γιατί συμβιβάστηκες.

Σήμερα είναι η ώρα του απολογισμού , της προσθαφαίρεσης ∙ τι έκανα, τι δεν έκανα, τι θα μπορούσα να κάνω. Τότε που γκρίζες κηλίδες μπολιάζουν τον μαύρο σου ουρανό και συ κάθιδρος περιμένεις αυγές αποδημητικές που έχουν μεταναστεύσει προ πολλού σε ξεχασμένους ορίζοντες. Το μπαστούνι της μνήμης ψηλαφίζει τα πεζοδρόμια μιας διαδρομής που δεν περπάτησες γιατί φοβήθηκες μη σκοντάψεις σε αλήθειες. Και  τώρα να εδώ μπροστά σας , εγώ ο «άκαπνος» πρέπει να σας μιλήσω για την φωτιά, να ψάξω στις ρίζες μου, να πιάσω το χέρι του προγόνου μου, να με ταξιδέψει στην ιστορία του, στην ιστορία της νεότερης Ελλάδας.

Ήρθε στοιβαγμένος στο Γκιουλτζαμάλ, ένα καράβι που είχε το αμπάρι του φορτωμένο απελπισία και δάκρυα και στην πλώρη για φλάμπουρό του την ελπίδα. Ταξίδι μακρινό από την Μαύρη Θάλασσα, από δανεικές πατρίδες. Ο νους του στην αγωνία και στην προσμονή του “εδώ” μα η καρδιά του στο “εκεί”. Το κορμί του κουλουριασμένο στο κατάστρωμα που μύριζε θάνατο, δίπλα σε μάτια τρομαγμένα μελλοθάνατων, δίπλα σε μωρά που αεροβαπτίζονταν και ρίχνονταν νεκρά στη θάλασσα.

Ένας αιώνιος πηγαιμός, μια Οδύσσεια προς την αφιλόξενη πατρίδα. Και όταν πια έφτασε στο λιμάνι του Πειραιά έπρεπε να διαβεί το τελωνείο του μίσους, της απόρριψης, του αποκλεισμού. 

Ο πατριώτης, ο τεμέτερον έγινε απόβλητος, ξενομερίτης, παλιοογλού, Τουρκόσπορος, η απειλή του αυτόχθονα .  Παντού γύρω του φθόνος και ζήλεια, οι πόρτες να κλείνουν, το στομάχι να γουργουρίζει, τα παιδιά να κρυώνουν, να πεινάνε, να κλαίνε κι αυτός να μη μπορεί να τους προσφέρει τίποτα, να νιώσει ξανά μάνα και πατέρας.

Και η αγωνία της επιβίωσης όλο και μεγάλωνε όπως και το κυνήγι από τους δήθεν συμπατριώτες του.
Στο προσκήνιο ανέβηκε το παρασκήνιο, να σέρνεται στα πόδια του το φίδι του μέσου, του γνωστού, του ρουσφετιού για το αυτονόητο. 

Σε παράγκα έστησε το σπιτικό του, έφτιαξε γλάστρες από τενεκέδες για τα λουλούδια του, λαμαρίνες για να σκεπάσει τον ουρανό του. Άλλαξε το επώνυμο του το’ κανες Παπαδόπουλος Πελοποννησιακό για να επιβιώσεις στο τσιφλίκι της παλιάς Ελλάδας και προχώρησες έχοντας συνοδοιπόρους τον μόχθο, την περηφάνια και τον φόβο του αύριο. 

Και τα χρόνια πέρναγαν λαβωμένα από του καιρού τα γυρίσματα και μόλις έκανε να σταθεί στα πόδια του πάλι σάλπιγγες, τα νιάτα ντυμένα στο χακί του πολέμου.  

«Άννα στο ντουλάπι δεν υπάρχει ψίχα ψωμί», κατοχή, πείνα, μαύρη αγορά,  κουκούλες, προδοσία, μπλόκα, θάνατος…. θάνατος.

Κι ο πρόσφυγας δύο φορές πρόσφυγας… τώρα στο βουνό με τα ντουφέκι του στον ώμο, κλέφτης, αντάρτης και παλληκάρι ελεύθερος – πολιορκημένος στην ίδια την πατρίδα του. 

Κι όταν αργότερα ήρθε η χιλιάκριβη η λευτεριά, όταν τέλειωσαν τα πανηγύρια και έσβησαν τα φώτα της γιορτής πάλι σκοτάδια , διχασμοί, κυνηγητά, παρανομίες, ταξίδια αναψυχής και αναμόρφωσης σε ξερονήσια, σε νεότευκτους Παρθενώνες. Αυτός που μοιράστηκε το υστέρημα της ζωής του με την ξένη έγνοια, που έκανε αίμα της ζωής του την αλληλεγγύη, να παίρνει πάλι τον δρόμο της εξορίας και να θριαμβεύουν και να κουμαντάρουν αυτοί που έκαναν μητρική τους γλώσσα τα Γερμανικά και σπίτι τους την μαύρη αγορά και την κλεπτοκρατία. 

Μια ζωή πάλι να σιωπά, να παραφυλά, να μαζεύεται, να κρύβεται, να τυλίγει την εφημερίδα του μέσα σε άλλες -αρεστές στην εξουσία- να μιλά σιγά – συνωμοτικά, να δηλώνει υποταγή και νομιμοφροσύνη ακόμα και για να πάρει ένα δίπλωμα οδήγησης, μία άδεια για να γίνει μεταφορέας . Η απόλυτη ξεφτίλα να πρέπει να αποκηρύξεις τις ιδέες σου.    

Μια ζωή χειροπέδα, κλειστή μπάρα, συρματόπλεγμα και ψίθυρος. Συμβιβάστηκε, είπε δεν βαριέσαι όταν είδε τους συνταγματάρχες να σφετερίζονται την εξουσία, ας βγάλουν είπε οι άλλοι το φίδι από την τρύπα, αυτός αρκετά πράγματα είχε θυσιάσει ως τότε.

Και σώπασε, πλαδάρεψε, χώθηκε στην φυλακή του σαλονιού του γιατί δεν άντεχε την άλλη φυλακή, προτίμησε για δεσμοφύλακα την τηλεόραση.  Ο πισινός του πήρε το σχήμα του καναπέ και η συνείδηση του έγινε λάστιχο, έφυγε το ανθρακικό  του  ξεθύμανε στα δωμάτια της ιδιώτευσης. Πώς κατάντησε μωρέ έτσι,light, με λίγα λιπαρά αντίστασης  σαν τη φωνή αυτών που δεν έχουν φωνή. Μαντρωμένος στα πρέπει και στα δέοντα, εξαρτημένος από τις σταθερές, εχθρός με τις γωνίες, λοβοτομημένος στο σωφρονιστήριο της επιβίωσης.

Και ήρθε αυτή η ρουφιάνα η ημερομηνία 17 του Νοέμβρη να ταράξει τα λιμνάζοντα νερά του, να ξαναφέρει το αλφαβητάρι της αξιοπρέπειας στην σκυφτή ζωή του. Ανυπακοή, αντίσταση, αλληλεγγύη, ανατροπή, αλλαγή, ανάταση. Το μπαστούνι της μνήμης άρχισε να ψηλαφίζει και πάλι τα πεζοδρόμια της ζωής που ξέχασε να περπατά γιατί φοβόταν μήπως σκοντάψει στην αλήθεια.

Ξανά στους δρόμους οι αλήτες, οι γιεγιέδες, οι μαλλιάδες, οι εχθροί του έθνους και μαζί με αυτούς και αυτός. Νέοι έφοδοι στους ουρανούς , φωτιά στην προπαγάνδα τους. Η ομορφιά πάλι στους δρόμους για να αρπάξει την πατρίδα από τα χείλη των πατριδοκάπηλων, να καθαρίσει την θρησκεία από την βρωμιά των θρησκόληπτων , να βάλει πάλι σάρκα και πνοή στην λέξη οικογένεια. Τρεις μέρες που χάραξαν το θυμικό  , την καρδιά  , την ψυχή . Αυτά τα όμορφα παιδιά με τα μακριά μαλλιά , τα παιδιά του αυθόρμητου, του απρόβλεπτου που λοιδορήθηκαν από το καθεστώς και από τους νοικοκυραίους της εποχής που βασανίστηκαν, που σακατεύτηκαν, που διώχθηκαν, που κάποια κατέθεσαν τα νιάτα τους σε αυτόν τον αγώνα.

Και από τότε η λέξη νέος απόκτησε άλλο νόημα, άλλο ειδικό βάρος. Έγινε το προσάναμμα της  ελευθερίας, ο λόγος  για να μονιάσεις με την πατρίδα, να την ξαναγαπήσεις. Το σύνθημα στον τοίχο του αιώνα∙ ψωμί στο τραπέζι της ανάγκης ,παιδεία στην κοιλάδα του φωτός, ελευθερία από τα δεσμά του μικρού.
Τρείς μαγικές λέξεις και τότε και σήμερα και πάντα. Και τώρα η σειρά σας.

Άντε λοιπόν σηκωθείτε να δείξετε το ανάστημά σας. Αφήστε την ψευδαίσθηση της αφής σε λάγνες οθόνες. Απελευθερωθείτε από την ψηφιακή αλαζονεία. Βάλτε μπρος να δουλέψουν και οι υπόλοιπες αισθήσεις. Δείτε με τα μάτια της νιότης σας ,μυρίστε, ακούστε, γευτείτε, αγκαλιάστε την ζωή. Περπατήστε στους δρόμους , αναπνεύστε στις πλατείες ,χαρείτε, δείξτε και σεις το μπόι σας.

Αν δεν οραματιστείτε τις μεγάλες λεωφόρους, δεν μπορεί να κάνετε ούτε μικρά βήματα.

Ο Νίκος Παπαδόπουλος είναι κοινωνιολόγος