Γιάννης Δούμος*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Στο νησί της Κίρκης, οι σύντροφοι του Οδυσσέα, γιορτάζουν την μεταμόρφωση τους πάλι σε ανθρώπους από γουρούνια. Ένας από αυτούς, κάποιος Ελπήνορας, αποκοιμιέται μεθυσμένος πάνω σε μια στέγη. Το πρωί, όταν ξυπνούν για να φύγουν εκείνος έχοντας ξεχάσει ότι κοιμάται εκεί, πέφτει και σκοτώνεται. Οι υπόλοιποι φεύγουν χωρίς να το καταλάβουν.

Στη Νέκυια, κατά την κάθοδο του Οδυσσέα στον κάτω κόσμο προκειμένου να συναντήσει τον Τειρεσία, ο πρώτος που έρχεται σε αυτόν είναι ο Ελπήνορας. Του μιλάει για το ότι έχει μείνει άταφος και του ζητάει να γυρίσει στο νησί της Κίρκης, να φροντίσει για την ταφή του και να τοποθετήσει το κουπί με το οποίο κωπηλατούσε όρθιο πάνω από τον τάφο του.

Ο Οδυσσέας λαμβάνει πολύ σοβαρά αυτή την παράκληση και όντως επιστρέφει στο νησί της μάγισσας Κίρκης, καίει το σώμα του Ελπήνορα και το θάβει μαζί με την πανοπλία του, βάζοντας το κουπί του όρθιο πάνω από τον τάφο του σαν ένα φόρο τιμής στην μνήμη του.

Ο Ελπήνορας περιγράφεται σαν δειλός, ανόητος, είναι ένας ήρωας που δημιουργείται στην Οδύσσεια ακριβώς για να πεθάνει άδοξα, να μείνει άταφος και να υποχρεώσει τον Οδυσσέα να επιστρέψει στο νησί της Κίρκης, όχι μόνο για να τον θάψει ώστε να βρει η ψυχή του ανάπαυση αλλά και να κάνει κάτι πολύ σημαντικό για την ανάπαυσή του. Να εγείρει ένα μνημείο ακόμα και για έναν τόσο ασήμαντο.

Η σημασία που δίνει ο Όμηρος σε αυτή την ιστορία δεν είναι τυχαία. Η ψυχική σημασία ενός μνημείου σε κάποιον που έχει χαθεί είναι μεγάλη και έχει διπλή λειτουργία. Από τη μία μας βοηθάει να τον θυμόμαστε, από την άλλη μας ανακουφίζει από το να πρέπει να τον θυμόμαστε συνέχεια. Από τη στιγμή που υπάρχει κάτι που σηματοδοτεί το πέρασμα του από τη ζωή και την απώλειά του, μπορούμε για λίγο να τον ξεχνάμε χωρίς αυτό να σημαίνει ότι θα χαθεί από την μνήμη, τη δική μας και τη συλλογική. Αφήνουμε δηλαδή λίγο από το πένθος μας στο σημείο του μνημείου και μπορούμε να συνεχίσουμε να ζούμε.

Τα μνημεία στους νεκρούς δεν υπάρχουν μόνο στα νεκροταφεία, είναι παντού τριγύρω μας και έχουν πολλές μορφές. Οι δρόμοι μας είναι γεμάτοι εκκλησάκια σε ανάμνηση θανατηφόρων ατυχημάτων. Οι εκκλησίες έχουν τοιχογραφίες «εις μνήμην». Τα κοινωφελή ιδρύματα είναι γεμάτα δωρεές στο όνομα κάποιου αποβιώσαντος. Στην ψηφιακή εποχή δημιουργείται ένας νέος τύπος μνημείου. Τα κοινωνικά δίκτυα είναι γεμάτα ενεργούς λογαριασμούς νεκρών ανθρώπων. Στην απώλεια κάποιου αγαπημένου προσώπου, πολλοί άνθρωποι δημοσιεύουν έναν μικρό επικήδειο που θα μείνει για πάντα στη μνήμη του διαδικτύου. Το ψηφιακό νέφος είναι γεμάτο από τις επιτύμβιες στήλες της τρίτης χιλιετίας.

Τα μνημεία όμως έχουν και άλλες χρήσεις. Μπορεί να αποτελέσουν όπλα σε έναν πολιτικοιδεολογικό πόλεμο. Στην Αμερική αυτή τη στιγμή αποκαθηλώνονται τα μνημεία ηρώων του Αμερικανικού Εμφυλίου που πολέμησαν για τον νότο, ως υπερασπιστές της δουλείας, ως μέρος της πολιτικής σύγκρουσης ανάμεσα στον πιο «συντηρητικό» και τον πιο «προοδευτικό» πολιτικό χώρο.

Στην Ελλάδα το κράτος όρθωσε ένα μνημείο στο κέντρο της Αθήνας προς τιμήν των νεκρών στην πυρκαγιά της Μαρφίν, όχι με σκοπό το πένθος αλλά με σκοπό να ονομάσει τους πολιτικούς του αντιπάλους φορείς «διχασμού». Στην ΕΡΤ εγέρθηκε μνημείο εις μνήμην ανθρώπων που πέθαναν μετά το μαύρο στην κρατική τηλεόραση σα να μην έφτανε η λογοκρισία σαν έγκλημα αλλά να έπρεπε να προστεθεί ο φόνος για να νομιμοποιηθεί η καταδίκη της.

Τα μνημεία όμως δεν διατηρούν πάντα τον σκοπό για τον οποίον εγείρονται, ειδικά αν αυτός είναι η προπαγάνδα. Στις χώρες του πρώην ανατολικού μπλοκ υπήρξε μαζική αποκαθήλωση μνημείων μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης. Αργότερα, αυτά τα μνημεία μαζεύτηκαν σε «νεκροταφεία αγαλμάτων» και άρχισαν να αποτελούν τουριστικό προορισμό. Αυτά τα νεκροταφεία έγιναν μνημεία μνημείων τα οποία πια παραπέμπουν σε κάτι πολύ διαφορετικό από αυτό για το οποίο κατασκευάστηκαν.

Το μνημείο του αγνώστου στρατιώτη στην Γαλλία που έχει εμφανιστεί στη δημόσια συζήτηση τον τελευταίο καιρό, είναι η αψίδα του θριάμβου την οποία ανέγειρε ο Ναπολέων Βοναπάρτης μετά τη νίκη του στη μάχη του Άουστερλιτς, ώστε να περνούν από κάτω οι νικηφόροι στρατιώτες των εκστρατειών του. Απεικονίζει μεταξύ άλλων σύμβολα της Γαλλικής επανάστασης την οποία ο ίδιος ο Ναπολέων αρχικά υπερασπίστηκε αλλά τελικά κατέλυσε αυτοανακυρησσόμενος αυτοκράτορας. Με την ήττα του η κατασκευή της σταμάτησε για να ολοκληρωθεί αργότερα. Από κάτω της παρέλασε ο ίδιος όχι νικηφόρος, αλλά νεκρός κατά τον επαναπατρισμό της σορού του. Την ίδια τιμή είχαν και ο Βίκτωρ Ουγκώ αλλά και ο Σαρλ Ντε Γκωλ. Από μνημείο δόξης έγινε ημιτελές μνημείο ήττας, τελικά μνημείο εθνικής ενότητας και από το 1921 μνημείο στον άγνωστο στρατιώτη τιμώντας τους νεκρούς του πρώτου παγκοσμίου πολέμου. Ειρωνικά, ο Ντόναλντ Τραμπ πρόσφατα εισηγήθηκε την κατασκευή μιας δικής του αψίδας θριάμβου, απέναντι μάλιστα από το μνημείο του Λίνκολν στην Ουάσιγκτον. Αυτή η Arc de Trump όπως ειρωνικά αποκαλείται ως παραφθορά του Arc de triumph, αποτελεί τη «μνημειακή» αντεπίθεση των ρεμπουμπλικανμών στις αποκαθηλώσεις των αγαλμάτων των στρατηγών του ρατσιστικού Νότου, αλλά και μια ισχυρή δήλωση: η εποχή του Λίνκολν τελείωσε, η εποχή του Τραμπ ξεκινάει.

Το μνημείο του άγνωστου στρατιώτη στην Ελλάδα έχει μια περιπετειώδη ιστορία γεμάτη από πολιτικές σκοπιμότητες και διαμάχες. Περιγράφεται αναλυτικά στο άρθρο της Ελένης Κούκη «Σημειώσεις για την περίπλοκη ιστορία του Αγνωστου Στρατιώτη της Αθήνας» στην Εφημερίδα των Συντακτών (19/10/25). Οι αισθητικοί και πολιτικοί διχασμοί που το συνόδευσαν, η απόρριψη της σκοπιμότητας του από το λαϊκό αίσθημα οδήγησαν ακόμα και σε δολιοφθορές αμέσως μετά τη δημιουργία του. Το μνημείο τελικά αγαπήθηκε μόνο όταν υιοθετήθηκε από την εθνική αντίσταση που το εγκατέστησε στις συνειδήσεις των απλών ανθρώπων ως δικό τους.

Ζούμε μία περίοδο κατά την οποία έχουμε πολλά χρόνια ευτυχώς να έχουμε νεκρούς στρατιώτες. Το μνημείο βρίσκεται εκεί, φυλασσόμενο αλλά δε γεννάει σε κανέναν συνειρμούς για κάποιον αδικοχαμένο στο μέτωπο. Είναι αναπόφευκτη λοιπόν η μετατροπή του στη συνείδηση των πολιτών ως ένα μνημείο σε οποιονδήποτε άγνωστο, αθώο, αδικοχαμένο από αυτούς, σε κάποιον ευάλωτο στα γρανάζια της ιστορίας.

Η ιδέα ύπαρξης ενός ελληνικού έθνους ήταν υπό αμφισβήτηση κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας. Για να γεννηθεί ένας εθνικοαπελευθερωτικός αγώνας που θα μπορούσε να λάβει υποστήριξη και από τις ξένες δυνάμεις έπρεπε κατά το διαφωτισμό να καλλιεργηθεί η ιδέα της συνέχειας του ελληνικού πολιτισμού από την αρχαιότητα στο παρόν. Ήταν διαφορετικό να διεκδικούν την ελευθερία τους ένα τσούρμο μαυριδεροί ρακένδυτοι και άλλο οι σκλαβωμένοι απόγονοι του Σωκράτη και του Αριστοτέλη.

Δημιουργήθηκε έτσι ένα έθνος – μνημείο σε έναν πολιτισμό του παρελθόντος που ακόμη και σήμερα διατηρεί αυτή την ιδιότητα. Οι Έλληνες περήφανοι ακούν τους ξένους επισκέπτες να υμνούν τον αρχαίο πολιτισμό που ευδοκίμησε εδώ χωρίς να προβληματίζονται για το ότι κανείς δεν αναφέρεται τιμητικά στο παρόν τους. Δέχονται ότι αποτελούν μνημεία οι ίδιοι σε κάτι που έχει χαθεί, αν ποτέ υπήρξε όπως το φαντάζονται. Ειδικά μετά τις ταπεινώσεις μιας χρεωκοπίας και τον παγκόσμιο εξευτελισμό τους ως τεμπέληδες και ανίκανοι γαντζώνονται όλο και πιο απελπισμένα στο παρελθόν τους. Όσο πιο εθνικιστική ιδεολογία έχει δε ένας πολιτικός χώρος, τόσο περισσότερο επιμένει στο μνημειακό χαρακτήρα του πολιτισμού και της κοινωνίας μας.

Στο κέντρο της Αθήνας, επάνω στον βράχο της Ακρόπολης, βρίσκεται ένα μνημείο που ξεκίνησε την πορεία του πριν 2500 χρόνια. Αρχικά ναός της Αθηνάς, αργότερα ορθόδοξη εκκλησία, κατόπιν καθολική, μετέπειτα τζαμί, πυριτιδαποθήκη και τελικά μνημείο παγκόσμιας κληρονομιάς. Για τους Έλληνες αποτελεί μια συνεχή υπενθύμιση ενός ένδοξου παρελθόντος αλλά και ενός ταπεινωτικού παρόντος, κατακρεουργημένο από μια υπερδύναμη που αρνείται να αναγνωρίσει αυτό ανάμεσα σε άλλα εγκλήματα της και να επιστρέψει τα κλεμμένα κομμάτια, αγορασμένα, όχι από τους ίδιους τους Έλληνες αλλά από τους κατακτητές τους. Ταυτόχρονα, λειτουργεί σαν ένα μνημείο σε έναν ιδεώδη εθνικό εαυτό απέναντι στον οποίο οι Έλληνες νιώθουν διαρκώς ελλειμματικοί. Το έθνος-μνημείο δυναστεύεται στη συνείδηση του από μια αρχαία κορώνα στο κεφάλι του για την οποία νιώθει περήφανο. Φυσικά όποια διαμαρτυρία έχει χρησιμοποιήσει αυτή την κορώνα σαν μέσο διάδοσης του μηνύματος της έχει θεωρηθεί εθνικά βλάσφημη, ότι αλλοιώνει τον χαρακτήρα του μνημείου.

Ένα κριτήριο ενός καθεστώτος που κινείται όλο και πιο κοντά στην απολυταρχία είναι ότι προσπαθεί να ελέγξει όχι μόνο την ιστορική αφήγηση αλλά και τη σκέψη και τα συναισθήματα των πολιτών. Τα μνημεία δεν είναι κάτι στατικό, η σημασία τους εξελίσσεται με την κοινωνία γύρω τους. Όταν κάποιος ισχυρίζεται ότι ορίζει ποια είναι η σημασία ενός από αυτά και υπαγορεύει στους πολίτες για το πως πρέπει να νιώθουν για αυτό και πως να το αντιλαμβάνονται, δεν υπερασπίζεται μια μνήμη, προσπαθεί απλά να την ορίσει και να την εξουσιάσει.

Μετά την καταστροφή των Ψαρών, ο Διονύσιος Σολωμός ανέγειρε στη μνήμη των νεκρών ένα συμβολικό μνημείο, ένα ποίημα.

«Στων Ψαρών την ολόμαυρη ράχη

περπατώντας η Δόξα μονάχη

μελετά τα λαμπρά παλικάρια

και στην κόμη στεφάνι φορεί

γεναμένο από λίγα χορτάρια

που είχαν μείνει στην έρημη γη».

Το συγκλονιστικό στη λιτότητα του ποίημα, παρότι βάζει την δόξα σαν κεντρική φιγούρα, περιγράφει μια απόλυτα άδοξη εικόνα. Καταστροφή, απώλεια, ερημιά. Ακόμα και το στεφάνι της δόξας είναι φτιαγμένο από χορτάρια. Ο ποιητής γνωρίζει ότι στην πραγματικότητα δεν υπάρχει τίποτα ένδοξο στην καταστροφή. Όπως δεν υπάρχει τίποτα ένδοξο στην ιδέα του θανάτου ενός άγνωστου είτε είναι αυτός στρατιώτης, είτε επιβάτης σε τραίνο, είτε μετανάστης σε πλοιάριο, είτε άρρωστος σε υποστελεχωμένο νοσοκομείο.

Σε κανέναν δεν μπορεί να επιτραπεί να ορίσει ποια μνημεία θα σηκώσουμε στη μνήμη αυτών των ανθρώπων.

*Ψυχίατρος και θεατρικός συγγραφέας