Οπως είναι γνωστό, η προγραμματισμένη συνάντηση Μητσοτάκη-Ερντογάν στη Νέα Υόρκη δεν πραγματοποιήθηκε.
Ωστόσο, αν και το γεγονός δεν θα έπρεπε να θεωρηθεί μείζον, ο τρόπος με τον οποίο παρουσιάστηκε από τις δύο πλευρές ανέδειξε τη διαδικασία του blame game (παιχνίδι απόδοσης των ευθυνών), στις διακρατικές και τις διεθνείς σχέσεις γενικότερα.
Κάθε πλευρά έσπευσε να δώσει τη δική της εκδοχή για τα αίτια της ακύρωσης της συνάντησης, επιχειρώντας να μεταθέσει το βάρος της ευθύνης στην αντίπαλη πλευρά.
Σε τέτοιες περιπτώσεις, η ουσία δεν βρίσκεται μόνο στο «τι συνέβη» αλλά κυρίως στο «πώς αντιμετωπίζεται» και «πώς επικοινωνείται» ένα γεγονός.
Διότι στο διπλωματικό πεδίο, όταν κάτι δεν εξελίσσεται όπως είχε σχεδιαστεί, η πρώτη μέριμνα δεν είναι η εξήγηση, αλλά η απόδοση ευθυνών και η διαχείριση των εντυπώσεων.
Υπό το πλαίσιο αυτό, γίνεται σαφές ότι στη διπλωματία, η μάχη των εντυπώσεων συχνά αποδεικνύεται εξίσου κρίσιμη με τα ίδια τα γεγονότα.
Ειδικότερα, το blame game σε διεθνείς κρίσεις μπορεί να οριστεί ως η στρατηγική διαδικασία κατά την οποία κρατικοί και μη κρατικοί δρώντες αποδίδουν ευθύνες για γεγονότα ή αποτυχίες, με στόχο την πολιτική, διπλωματική ή επικοινωνιακή ενίσχυσή τους.
Ταυτόχρονα, λειτουργεί ως μηχανισμός διαμόρφωσης αντιλήψεων (shaping of perceptions), για την ηθική υπευθυνότητα και το πολιτικό κύρος των δρώντων.
Εν κατακλείδι, το blame game ως διπλωματική πρακτική δεν αποσκοπεί στην ανάδειξη της αλήθειας, αλλά λειτουργεί ως μέσο πειθούς για τη διαμόρφωση των αντιλήψεων της εσωτερικής και διεθνούς κοινής γνώμης, ώστε να εξυπηρετηθούν οι στρατηγικές επιδιώξεις κάθε πλευράς.
Εστιάζοντας στα γεγονότα θα πρέπει να επισημανθεί ότι από την ελληνική πλευρά, η ακύρωση της συνάντησης Μητσοτάκη-Ερντογάν παρουσιάστηκε επικοινωνιακά ως απόρροια της τουρκικής στάσης και αποδόθηκε σε «τεχνικούς λόγους» και «ζητήματα προγράμματος», με τον υπουργό Εξωτερικών κ. Γεραπετρίτη να τονίζει ότι η Ελλάδα παραμένει σταθερή στον διάλογο.
Η κυβέρνηση μετέθεσε την ευθύνη στην Τουρκία, παρουσιάζοντας την Αθήνα ως υπεύθυνη δύναμη απέναντι στη γνωστή αδιαλλαξία της Αγκυρας.
Παράλληλα, συνδέθηκαν οι χειρισμοί της Τουρκίας με ζητήματα όπως ο θαλάσσιος χωροταξικός σχεδιασμός και οι έρευνες στην ελληνική ΑΟΖ, ώστε να ενισχυθεί το αφήγημα ότι η Αγκυρα εργαλειοποιεί το blame game για να μεταφέρει γεωπολιτικές αντιρρήσεις στο διπλωματικό πεδίο.
Στο εσωτερικό επίσης, η αντιπολίτευση μετέτρεψε το ζήτημα σε εργαλείο σφοδρής κριτικής.
Δηλώσεις περί «προχειρότητας», «ερασιτεχνισμού», «ανικανότητας», «διπλωματικής αποτυχίας», «απαξίας της Ελλάδας», «εθνικής ταπείνωσης», «διεθνούς διασυρμού», «τυχοδιωκτισμού» και «περιθωριοποίησης της Ελλάδας» χρησιμοποιήθηκαν για να υπονομεύσουν την κυβέρνηση, εγκλωβίζοντας τη δημόσια συζήτηση σε επικοινωνιακές αντιπαραθέσεις και λαϊκισμό. Αντίθετα, στην Ιταλία η αντιπολίτευση δεν αντέδρασε όταν ο κ. Ερντογάν ακύρωσε το ραντεβού του με την κ. Μελόνι.
Από την άλλη, η Τουρκία απέδωσε την ακύρωση στο «φορτωμένο πρόγραμμα» του προέδρου Ερντογάν και σε έκτακτη συνάντηση με Αραβες ηγέτες, παρουσιάζοντάς την ως «αντικειμενική αναγκαιότητα».
Επιπλέον, μέσω της εφημερίδας Milliyet, η τουρκική πλευρά κατηγόρησε την Ελλάδα για «ελληνική αρρώστια», η οποία «υποτροπιάζει» και βλέπει παντού κινδύνους και απειλές για την Ελλάδα από την Τουρκία.
Παράλληλα κατηγόρησε την Ελλάδα για «πρόωρη ανακοίνωση» και, μέσω φιλοκυβερνητικών ΜΜΕ, υποβάθμισε τη σημασία των ελληνοτουρκικών σχέσεων, ενώ στο εσωτερικό απέφυγε κάθε αυτοκριτική, ενισχύοντας την εικόνα ισχυρής ηγεσίας.
Αξιοσημείωτο είναι επίσης ότι η τουρκική αντιπολίτευση δεν άσκησε κριτική στον κ. Ερντογάν και ούτε εργαλειοποίησε επικοινωνιακά την ακύρωση της συνάντησης.
Η σύγκριση Ελλάδας-Τουρκίας αναδεικνύει κρίσιμα ελλείμματα στο ελληνικό πολιτικό σύστημα, όπως έλλειψη εθνικής ομοψυχίας, εργαλειοποίηση κρίσιμων ζητημάτων εξωτερικής πολιτικής για μικροπολιτικές σκοπιμότητες, επικοινωνιακό τακτικισμό και εγκλωβισμό στο blame game, που αποδυναμώνουν την αξιοπιστία και τη διαπραγματευτική ισχύ της χώρας.
Συνεπώς, αυτό που χρειάζεται είναι η ανάγκη ανάληψης πρωτοβουλιών για την ενίσχυση της εθνικής ανθεκτικότητας μέσω στοχευμένης στρατηγικής επικοινωνίας που θα αποτελεί μέρος της εθνικής στρατηγικής και η οποία θα επιτρέψει στην Ελλάδα να υπερβεί τις παγίδες του blame game, να διασφαλίσει τη διεθνή αξιοπιστία της και να προστατεύσει τη διεθνή της εικόνα.
Κοντολογίς, η διαμόρφωση και ο έλεγχος του αφηγήματος σε διεθνές επίπεδο θα προσφέρει ένα συγκριτικό πλεονέκτημα στην Ελλάδα, αφού θα εξασφαλίσει την εσωτερική και διεθνή νομιμοποίηση και αξιοπιστία της πολιτικής ηγεσίας της, θα ενισχύσει την εικόνα της ως σοβαρού, αξιόπιστου και θεσμικά υπεύθυνου κράτους και θα την απεγκλωβίσει από την αντιπαράθεση και τη μάχη εντυπώσεων που επιδιώκει να ορίσει η άλλη πλευρά (Τουρκία).
Υπό το πλαίσιο αυτό, ένα συντονισμένο διυπουργικό όργανο υπό την αιγίδα του ΚΥΣΕΑ θα μπορούσε να διασφαλίσει τη συνοχή του εθνικού αφηγήματος και να ενισχύσει τη διεθνή αξιοπιστία της χώρας.
Πρέπει να γίνει κατανοητό από όλους ότι το πραγματικό διακύβευμα δεν είναι η ακύρωση μιας συνάντησης, αλλά η ικανότητα της Ελλάδας να ελέγχει το αφήγημά της και να προβάλλει εικόνα σοβαρού και αξιόπιστου κράτους.
Στην παγκόσμια σκηνή, σημασία δεν έχει μόνο η αλήθεια των γεγονότων, αλλά η αντίληψη που διαμορφώνει η χώρα για αυτά.
*Πολιτικός επιστήμονας-διεθνολόγος, πρώην γενικός διευθυντής – Γενικής Διεύθυνσης Πολιτικής Εθνικής Αμυνας και Διεθνών Σχέσεων (ΓΔΠΕΑΔΣ) υπουργείου Εθνικής Αμυνας (ΥΠΕΘΑ)
