Το καλοκαίρι του 2025 η κυβέρνηση Μητσοτάκη εξακολουθεί να πουλάει το αφήγημα της «επιτυχημένης» οικονομικής διαχείρισης, την ώρα που η καθημερινότητα των πολιτών γίνεται όλο και πιο δυσβάσταχτη. Τα τελευταία στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για τον Ιούλιο είναι αποκαλυπτικά: ο πληθωρισμός ανέβηκε κατά 3,1% σε σχέση με πέρυσι, ενώ ο Εναρμονισμένος ΔΤΚ αγγίζει το 3,7%. Η μικρή μηνιαία πτώση 0,4% που επικαλείται το Μαξίμου δεν είναι αποτέλεσμα κάποιας πραγματικής αποκλιμάκωσης, αλλά της εποχικής ανάσας από τις θερινές εκπτώσεις. Στην πραγματικότητα, η ακρίβεια έχει ριζώσει βαθιά στα βασικά αγαθά και υπηρεσίες: τρόφιμα, στέγαση, ενέργεια, μεταφορές, εστίαση.
Κι όμως, η κυβέρνηση επιχειρεί να παρουσιάσει αυτή τη συγκυριακή υποχώρηση ως «σταθεροποίηση», προσπαθώντας να κρύψει κάτω από το χαλί την αλήθεια: η ακρίβεια δεν φεύγει. Εξάλλου δεν είναι φυσικό φαινόμενο για να υποχωρήσει. Απαιτεί παρεμβάσεις. Η κυβέρνηση δεν κάνει τίποτα ουσιαστικό για να αντιστρέψει αυτήν την πορεία. Αντίθετα, έχουμε δει τα προηγούμενα χρόνια, από τη μια, να μοιράζει ψίχουλα (ας θυμηθούμε το market pass) και από την άλλη να εξασφαλίζει, μέσω επιδοτήσεων στους λογαριασμούς, την κερδοφορία των εταιρειών ενέργειας. Κι όμως, θα μπορούσε να υιοθετήσει προτάσεις του ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ., όπως ο μηδενισμός ΦΠΑ σε ορισμένα βασικά αγαθά και η επαναφορά του 13ου & 14ου μισθού στο Δημόσιο, καθώς και της 13ης σύνταξης για όλους τους συνταξιούχους.
Αλλά και στον τουρισμό η βιτρίνα αρχίζει να ραγίζει. Οι αφίξεις το πρώτο τετράμηνο του 2025 αυξήθηκαν, αλλά τα έσοδα ανά επισκέπτη μειώθηκαν. Το 2024, παρά το ρεκόρ συνολικών εισπράξεων, η μέση δαπάνη ανά ταξίδι έπεσε κατά 4,2% λόγω συντομότερης παραμονής. Με άλλα λόγια, έρχονται περισσότεροι τουρίστες, αλλά αφήνουν λιγότερα χρήματα. Αυτό δεν είναι ανάπτυξη· είναι φθηνή μαζικοποίηση ενός προϊόντος που χάνει σε ποιότητα και αξία. Η κυβέρνηση δεν έχει καμία στρατηγική για να αναβαθμίσει τον τουρισμό, αλλά και να αναπτύξει δίπλα σε αυτόν ένα παραγωγικό μοντέλο που θα ενισχύει συνολικά την ελληνική οικονομία.
Ετσι, το εμπορικό ισοζύγιο αποτελεί ακόμα μία ανοιχτή πληγή. Παρά τις μικρές βελτιώσεις στο εξάμηνο, ο Ιούνιος κατέγραψε εκτίναξη του μηνιαίου ελλείμματος κατά 33,2%. Η Ελλάδα συνεχίζει να εισάγει πολύ περισσότερα από όσα εξάγει, αποδεικνύοντας την αδυναμία της να σταθεί σε ανταγωνιστικές βάσεις. Αυτή η δομική ανεπάρκεια δεν αντιμετωπίζεται με «κούφιες» δηλώσεις. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη θα μπορούσε, για παράδειγμα, αντί να «χτίζει» εκλογικό κοινό μέσω σκανδάλων, να ενισχύει τη μεταποίηση, τις εξαγωγές, τους παραγωγούς. Αλλά αυτή η πολιτική δεν αποδίδει σε τομείς που ενδιαφέρουν τη Ν.Δ.
Κι ενώ η πραγματική οικονομία στενάζει, η κυβέρνηση πανηγυρίζει για τα υπερπλεονάσματα. Στο πρώτο εξάμηνο του 2025 το πρωτογενές πλεόνασμα ξεπέρασε τα 4,5 δισ. ευρώ. Το Μαξίμου το παρουσιάζει ως απόδειξη δημοσιονομικής υπευθυνότητας, όμως πίσω από αυτόν τον αριθμό κρύβεται η σκληρή αλήθεια: τα υπερπλεονάσματα αυτά χτίζονται στις πλάτες των νοικοκυριών. Η υπεραπόδοση των εσόδων δεν είναι προϊόν ανάπτυξης, αλλά εντατικής φορολόγησης και αυξημένων εισπράξεων σε βάρος όλων.
Η κυβέρνηση Μητσοτάκη έχει μετατρέψει τη δημοσιονομική πολιτική σε έναν αγώνα εντυπωσιασμού των αγορών, αδιαφορώντας για το κοινωνικό κόστος. Προτιμά να προπληρώνει ρυθμισμένα δάνεια της χώρας, αντί να λάβει μέτρα κατά της αισχροκέρδειας και υπέρ των πολιτών ή, ακόμη, αντί απλά να βελτιώνει την καθημερινότητα του πολίτη και να κατευθύνει τους πόρους στην ενίσχυση της Υγείας, της Παιδείας και της Κοινωνικής Συνοχής.
Η εικόνα είναι πλέον ξεκάθαρη: η Ελλάδα του 2025 δεν είναι η χώρα της οικονομικής ευημερίας που περιγράφει ο Κυριάκος Μητσοτάκης. Το «success story» της Ν.Δ. δεν είναι τίποτα παραπάνω από μια καλοστημένη βιτρίνα πάνω στα θεμέλια μιας «κανονικότητας» που τρίζουν.
*Αν. γραμματέας Κ.Ε. ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ.
